Τρίτη 9 Απριλίου 2013


Πυρήνες αντίστασης!



Πριν από λίγους μήνες βρέθηκα σε μια αθλητική εκδήλωση με έναν αξιωματικό των ΟΥΚ -για όσους δεν έχουν υπηρετήσει στο Ναυτικό, πρόκειται για τις Ομάδες Υποβρυχίων Καταστροφών, μια από τις πιο ειδικευμένες μονάδες των ενόπλων δυνάμεων-, με τον οποίο μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για το τρέξιμο.
Πιάσαμε τη συζήτηση κι από την πρώτη του κουβέντα με εντυπωσίασε ο τρόπος που μιλούσε, χωρίς καμία προσποίηση και χωρίς την παραμικρή διάθεση γκρίνιας για όσα στραβά είμαι βέβαιος ότι αντιμετωπίζει στην καριέρα του. Ενας επαγγελματίας στρατιώτης που θεωρεί ότι τα εμπόδια είναι για να ξεπερνιούνται.
Κάποια στιγμή -από τον επόμενο μήνα ξεκινούσαν οι περικοπές στα ειδικά μισθολόγια- τον ρώτησα πόσο θα μειωθεί ο μισθός του, για να πάρω μιαν απάντηση που με ξάφνιασε: «Δεν με έχει απασχολήσει, δεν συζητάμε τέτοια πράγματα, θα το δούμε στο δελτίο της επόμενης μισθοδοσίας». Και ήμουν σίγουρος ότι το εννοούσε.
Το θυμήθηκα πριν από λίγες ημέρες συζητώντας με φίλους αρχιτέκτονες που διαμαρτύρονταν επειδή οι υπηρεσίες της πολεοδομίας έχουν διαλυθεί. Η γραφειοκρατία έχει μειωθεί, η έκδοση μιας άδειας όμως έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη, γιατί- όπως υποστήριζαν- οι περισσότεροι υπάλληλοι δημιουργούν προσκόμματα είτε από ευθυνοφοβία είτε επειδή κάνουν λευκή απεργία αντιδρώντας στις περικοπές.
Εκ των υστέρων μπορεί βέβαια να σκεφτεί κανείς ότι το παράξενο δεν είναι οι υπάλληλοι που αδιαφορούν, αλλά οι υπόλοιποι, αυτοί που με αυτοθυσία στηρίζουν ακόμα τη διοίκηση και δεν έχει καταρρεύσει τελείως: στρατιωτικοί, γιατροί, αστυνομικοί, υπάλληλοι υπουργείων ή δήμων. Βασικό στοιχείο προφανώς η αίσθηση καθήκοντος. Εχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι και ως πολίτες αντιδρούμε διαφορετικά στα ίδια οικονομικά ερεθίσματα, κάποιοι επηρεάζονται πολύ περισσότερο από κάποιους άλλους.
Αυτές τις ημέρες ανακοινώθηκαν στην Αγγλία τα αποτελέσματα μιας μεγάλης έρευνας για τις κοινωνικές τάξεις. Η πρωτοτυπία έγκειται στο ότι δεν εξαντλήθηκε στα οικονομικά στοιχεία. Δεν καθοριζόμαστε πια μόνο από αυτά, ισχυρίστηκαν οι επιστήμονες που την έκαναν. Εξίσου σημαντικό ρόλο για το πόσο «πλούσιοι» αισθανόμαστε παίζει το κοινωνικό και το πολιτιστικό κεφάλαιο που διαθέτουμε.
Ο κοινωνικός μας περίγυρος, οι σχέσεις μας, τα ενδιαφέροντά μας. Και εντόπισαν ειδικά μια νέα γενιά επαγγελματιών, που αν και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ζει μια πλήρη ζωή συμμετέχοντας σε μια πληθώρα κοινωνικών δραστηριοτήτων.
Κάτι ανάλογο είχε υποστηρίξει πριν από χρόνια και ένας εκ των κορυφαίων της ψυχανάλυσης, ο Βίκτορ Φρανκλ, ο οποίος έλεγε ότι, όταν μπορούμε εμείς οι ίδιοι να δίνουμε νόημα στη ζωή μας, τότε πολύ πιο εύκολα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και τις αντιξοότητες. Και ήξερε από προσωπική πείρα: ήταν επιζήσας από το Αουσβιτς.
Προφανώς όλα τα πράγματα έχουν ένα όριο. Οταν μια οικογένεια δεν έχει να φάει ή όταν ένας πατέρας δεν μπορεί να σπουδάσει το παιδί του, όλα αυτά ακούγονται πολυτέλειες. Η φτώχεια αποτελεί βασικό παράγοντα κοινωνικού αποκλεισμού.
Για τους υπόλοιπους, ωστόσο, για όσους διατηρούμε τις δουλειές μας και ένα ανεκτό επίπεδο ζωής, έχει μεγάλη σημασία το πώς αντιδρούμε. Αν η κρίση ενισχύει το αίσθημα ευθύνης και οφειλόμενης αλληλεγγύης ή αν αντιθέτως αποτελεί πρόσχημα για μια στάση άρνησης και θυμού. Σε τελευταία ανάλυση, το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο η κρίση, αλλά και το τι θα αφήσει πίσω της. Κι αυτό εξαρτάται από τον καθένα μας!

ΕΘΝΟΣ 6/4/13

Ευρώ: έγινε παρεξήγηση!



Πριν από μερικές εβδομάδες συζητούσα με στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και τον ρώτησα αν πιστεύει πως θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει το Μνημόνιο αν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε πάρει εγκαίρως μέτρα. Η απάντησή του με ξάφνιασε: «Μα πιστεύεις ότι το πολιτικό μας σύστημα ήταν σε θέση να πάρει τέτοια μέτρα χωρίς τον καταναγκασμό του Μνημονίου;». Δεν ξέρω αν έχει δίκιο ή όχι. Σίγουρα όμως αυτή η λογική του «εξωτερικού καταναγκασμού» υπήρξε μια σταθερά σε όλη τη συλλογιστική για την ένταξή μας στο ευρώ. Και ίσως είναι καιρός να ξανασυζητήσουμε τα πράγματα από την αρχή.
Μέχρι σήμερα, και σωστά, η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στο κόστος που θα είχε η αποχώρηση από το ευρώ. Το αποτέλεσμα είναι να κερδίζονται οι μάχες, αλλά να κινδυνεύει να χαθεί ο πόλεμος: οι πολίτες αποδέχονται θέλοντας και μη τις θυσίες, αλλά ο ευρωσκεπτικισμός κερδίζει συνεχώς έδαφος. Να δούμε λοιπόν αν θέλουμε το ευρώ ανεξάρτητα από το καταστροφικό πράγματι κόστος που θα είχε το ενδεχόμενο της αποχώρησης.
Οταν μπήκαμε στην Ευρωζώνη, διατυπώθηκαν πολλά επιχειρήματα υπέρ. Πιο σημαντικό ίσως ήταν το πολιτικό, ότι μπαίνουμε ισότιμα στον πυρήνα των αποφάσεων για την Ευρώπη.
Μαζί και το οικονομικό -ο καταναγκασμός-, ότι δηλαδή η χώρα θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τις παλιές συνήθειες των ελλειμμάτων και του πληθωρισμού και θα επωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια της Ευρωζώνης. Στην πράξη είδαμε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Τα χαμηλά επιτόκια τα αξιοποιήσαμε για να πάρουμε δάνεια και να χρηματοδοτήσουμε τα ελλείμματα του προϋπολογισμού ακυρώνοντας την ίδια τη λογική της Ευρωζώνης. Οσο για τα πολιτικά επιχειρήματα, μοιάζουν μάλλον κούφια στη σημερινή αδυναμία που βρίσκεται η χώρα απέναντι στους πιστωτές της. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν ήταν μόνο τα ελλείμματα.
Η λογική μιας νομισματικής ένωσης στηρίζεται στο ότι οι οικονομίες που υιοθετούν ένα κοινό νόμισμα είναι σχετικά όμοιες. Οταν αυτό δεν ισχύει, όταν υπάρχουν ασυμμετρίες, ανακύπτουν προβλήματα. Αν μια χώρα είναι σε ύφεση, για παράδειγμα, και μια άλλη έχει υψηλό πληθωρισμό, τότε είναι φανερό ότι έχουν ανάγκη διαμετρικά αντίθετες πολιτικές. Η μία θέλει τόνωση της αγοράς και η άλλη περιορισμό.
Στις ΗΠΑ, που υπάρχει ομοσπονδιακός προϋπολογισμός, τέτοια ζητήματα αντιμετωπίζονται με τη μεταφορά πόρων από τη μία Πολιτεία στην άλλη. Ετσι η Πολιτεία που έχει ανεργία λαμβάνει περισσότερα χρήματα με τη μορφή π.χ. επιδομάτων που χρηματοδοτούνται από τις Πολιτείες με χαμηλή ανεργία που πληρώνουν περισσότερους φόρους. Στην Ευρώπη όμως;
Στο μέλλον υποτίθεται ότι τέτοιοι μηχανισμοί θα δημιουργηθούν και στην Ευρωζώνη. Ως τότε, η μόνη προστασία είναι η μεγαλύτερη ενσωμάτωση των οικονομιών - στην πράξη να γίνουν η μία συμπληρωματική της άλλης. Αν, για παράδειγμα, έχουν υψηλές εμπορικές ανταλλαγές, η ζήτηση στη μία θα ακυρώνει την ύφεση στην άλλη. Κι αν υπάρχει μεγάλη κινητικότητα στην εργασία, οι άνεργοι της μιας θα μπορούν να βρουν εργασία στην άλλη.
Στην Ευρώπη αυτό δεν υπάρχει. Η κινητικότητα στην εργασία, για παράδειγμα, είναι κάτω από 1% όταν στις ΗΠΑ είναι 3%. Και βέβαια τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα με την Ελλάδα. Για παράδειγμα, οι εξαγωγές μας ήταν κάτω από το 10% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ίσως ποσοστό στην Ευρωζώνη.
Το ευρώ με άλλα λόγια προϋποθέτει και συνεπάγεται ένα μεγάλο άνοιγμα στην οικονομία, με απόλυτη προτεραιότητα στην παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα και ενταφιασμό της λογικής των κολλητών. Το θέλουμε; Κι ακόμα περισσότερο, το μπορούμε;

ΕΘΝΟΣ 5/4/13

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013


Θέατρο παραλόγου



Εδώ και καιρό με τις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ είχα μία απορία. Γιατί υποστηρίζουν ότι θα επαναφέρουν τον κατώτατο μισθό στα προηγούμενα επίπεδα και όχι για παράδειγμα τις συντάξεις ή τους μισθούς στο Δημόσιο; Τελικώς η λογική εξήγηση είναι μία: γιατί στην πραγματικότητα ο κατώτατος μισθός δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Είναι δηλαδή κάτι το οποίο μπορεί κανείς να υποσχεθεί χωρίς να το πραγματοποιήσει.
Μην παρεξηγηθούμε. Προφανώς μια κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει να περάσει μια νομοθετική ρύθμιση για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Οπως όμως τα ίδια τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παραδέχονται, οι αμοιβές που πραγματικά δίνονται στην οικονομία εξαρτώνται από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας και όχι από τον νόμο. Γι' αυτό τον λόγο άλλωστε, όπως πάλι (και) τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχαν επανειλημμένα καταγγείλει, και ο προηγούμενος κατώτατος μισθός σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγούνταν.
Εντάξει αυτό είναι μια απλουστευμένη εκδοχή. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Οταν το 2012 γινόταν η συζήτηση για το δεύτερο Μνημόνιο, η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει την ίδια θέση με τον ΣΥΡΙΖΑ -ότι δηλαδή η μείωση του κατώτατου μισθού θα μειώσει την κατανάλωση και κατά συνέπεια θα επιδεινώσει την ύφεση.
Η τρόικα ωστόσο είχε αντιτείνει ότι στην πράξη το ότι δεν μειώθηκαν οι μισθοί είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική επιδείνωση της ανεργίας.
Και τα δύο επιχειρήματα έχουν βάση. Εκείνο στο οποίο όλοι συμφωνούν ωστόσο είναι ότι μόνο μέσα από την ανάπτυξη θα μπορέσουμε πραγματικά να αρχίσουμε να ανακτούμε σταδιακά τις μειωμένες αμοιβές. Αυτό άλλωστε φαίνεται ήδη: στις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί λιγότερο από την κρίση -για παράδειγμα τις εξαγωγικές- τόσο οι μισθοί όσο και η απασχόληση έχουν αντέξει πολύ καλύτερα. Πρόσφατα μάλιστα έγινε γνωστό ότι μια μεγάλη επιχείρηση, ο Καρέλιας, μοίρασε και πριμ!
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν για την εξέλιξη των αμοιβών -προφανώς και για την ανεργία- είναι αν μπορούμε σήμερα να μιλάμε για ένα διαφαινόμενο τέλος στην ύφεση.
Στο οικονομικό επιτελείο υπάρχει αισιοδοξία - αναγνωρίζουν ωστόσο ότι παραμένουν και μεγάλες αβεβαιότητες. Η επιστροφή καταθέσεων και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, η επιστροφή οφειλών του Δημοσίου, οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ταυτόχρονα οι λόγοι της αισιοδοξίας αλλά και οι μεγάλες εκκρεμότητες που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Σε αυτές θα πρέπει να προστεθεί και η εκτέλεση του προϋπολογισμού. Η κοινωνία πολύ δύσκολα θα αποδεχθεί νέα μέτρα -στην κυβέρνηση μιλούν για πολιτική αυτοκτονία-, την ώρα βέβαια που λόγω της ύφεσης υπάρχουν μεγάλα ερωτηματικά για το πώς θα κινηθούν τα έσοδα.
Με αυτή την έννοια μόνο σαν σενάριο του παραλόγου θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ένα από τα πιο επιτυχημένα δημοσιονομικά μέτρα -το τέλος ακινήτων το οποίο σε μεγάλο βαθμό συνέβαλε στο να μπορέσουμε να πετύχουμε το δεύτερο Μνημόνιο- θα έμπαινε υπό αμφισβήτηση από τους ίδιους τους κυβερνητικούς εταίρους. Κι αυτό ουσιαστικά για την είσπραξή του μέσω της ΔΕΗ.
Χρόνια τώρα εισπράττονται κάθε είδους τέλη μέσω της ΔΕΗ -ακόμα και για την ΕΡΤ- χωρίς πρόβλημα. Γιατί το τέλος ακινήτων είναι τόσο μεγάλο ζήτημα παραμένει μυστήριο. «Χρειαζόμαστε μια συμβολική νίκη» δικαιολόγησε στέλεχος της ΔΗΜΑΡ τη στάση του κ. Κουβέλη. Και για τον λόγο αυτό παρά λίγο να ρισκάρουν μια καθόλου συμβολική και πολύ μεγαλύτερη ήττα! Η πραγματική αβεβαιότητα βλέπετε είναι πολιτική!

ΕΘΝΟΣ 4/4/13

Δημοκρατία (και) των αριθμών!



Ο Αθανάσιος Νάκος μπήκε στο νοσοκομείο για μια δύσκολη εγχείρηση - αν και στην εποχή μας συνηθισμένη. Δεν έφυγε από τη ζωή ωστόσο εξαιτίας της επέμβασης. Μια μόλυνση του αναπνευστικού αποδείχθηκε μοιραία. Τα νοσοκομεία, βλέπετε, και πολύ περισσότερο οι μονάδες εντατικής θεραπείας, σε όλο τον κόσμο αλλά ιδιαίτερα στην Ελλάδα, είναι πολύ επικίνδυνα μέρη.
Κάθε χρόνο εκατοντάδες ή μήπως χιλιάδες ασθενείς χάνουν τη ζωή τους όχι από την ασθένεια για την οποία μπήκαν στο νοσοκομείο αλλά εξαιτίας ενδονοσοκομειακής λοίμωξης. Στις μονάδες εντατικής θεραπείας μάλιστα πρέπει να είμαστε μεταξύ των συστημάτων υγείας με τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη! Αλλά βέβαια δεν το μαθαίνουμε.
ΕΩς πρόσφατα δεν υπήρχαν καν στοιχεία. Τώρα έχει αρχίσει να λειτουργεί το πρόγραμμα «Προκρούστης» -γιατί ονομάστηκε έτσι θα σας γελάσω-, οι πολίτες εξακολουθούμε ωστόσο να παραμένουμε στο σκοτάδι και βέβαια δεν μαθαίνουμε το παραμικρό για τις επιδόσεις κάθε νοσοκομείου. Πέρα από το δικαίωμά μας να γνωρίζουμε σε τι κίνδυνο εκθέτουμε τους εαυτούς μας, ακυρώνεται έτσι κι ένας από τους σημαντικότερους μοχλούς πίεσης για να βελτιωθούν τα πράγματα: η κοινή γνώμη.
Και όχι μόνο στην υγεία. Προϋπόθεση για να κάνουμε σωστές επιλογές σε μια σύγχρονη κοινωνία -τόσο για τους πολίτες όσο και για τη διοίκηση- είναι η γνώση. Από το συγκριτικό κόστος μιας προμήθειας ή ενός έργου στην Ελλάδα και το εξωτερικό ως την ψαλίδα των αμοιβών διοίκησης και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Κι από τα ποσοστά επιβίωσης των καρκινοπαθών -στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε στοιχεία από τη διεθνή βιβλιογραφία ουσιαστικά χωρίς να ξέρουμε πόσο αποτελεσματικά αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα- ως τα ποσοστά επιτυχίας ενός σχολείου στις Πανελλαδικές.
Η συγκέντρωση των στοιχείων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και είναι αλήθεια ότι η αξιολόγησή τους προϋποθέτει επιστημονική ανάλυση. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα απλό παράδειγμα, είναι σαφές ότι ένα σχολείο σε μια υποβαθμισμένη περιοχή ή σε κάποιο τουριστικό νησί όπου οι νέοι βρίσκουν εύκολα δουλειά θα παρουσιάζει χαμηλότερα ποσοστά επιτυχίας από ένα σχολείο στα βόρεια προάστια.
Είναι όμως αυτός λόγος για να μην παρακολουθούμε τα στοιχεία; Ή αντιθέτως είναι ένα επιπλέον επιχείρημα για τη συστηματική τους καταγραφή και ανάλυση ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε πιο αποτελεσματικά και τα κοινωνικά ζητήματα που συνήθως είτε τα κρύβουμε κάτω από το χαλί είτε τα επικαλούμαστε προσχηματικά, για ιδιοτελείς σκοπούς, χωρίς κανείς να γνωρίζει την πραγματική τους βαρύτητα;
Προφανώς υπάρχουν πολλοί που καθόλου δεν θέλουν να δημοσιοποιούνται τέτοια στοιχεία. Ποιος διοικητής νοσοκομείου θέλει να τον παίρνουν από το υπουργείο και να του ζητούν εξηγήσεις γιατί παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας στις εντατικές; Και ποιος διευθυντής σχολείου θέλει να πρέπει να δικαιολογήσει γιατί το επίπεδο του σχολείου του πέφτει σταθερά τα τελευταία χρόνια; Για να μην πούμε για τον υπουργό Υγείας ή Παιδείας.
Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, με αφορμή την προσπάθεια εισαγωγής της αξιολόγησης στον δημόσιο τομέα, έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη ιδεολογία σύμφωνα με την οποία τέτοια συστήματα αποτελούν εισβολή μεθόδων της αγοράς στην Παιδεία ή την Υγεία ή όπου αλλού.
Ουδέν ψευδέστερον. Πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο. Προφανώς έχει και οικονομική διάσταση, απολύτως αναγκαία στις σημερινές συνθήκες κρίσης, όταν κάθε ευρώ που ξοδεύουμε πρέπει να πιάνει τόπο. Πρωτίστως, ωστόσο, συνδέεται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Το οποίο ως κοινωνία καθόλου δεν θέλουμε. Κοροϊδεύεις τόσο πιο εύκολα τον εαυτό σου όταν μιλάς με όρους ιδεολογίας και όχι επί του συγκεκριμένου...

ΕΘΝΟΣ 3/4/13

Αν ξυπνήσουν οι δαίμονες...



Τα διψήφια ποσοστά που απολαμβάνει η Χρυσή Αυγή αποτελούν πλέον ένα από τα σταθερά ευρήματα όλων των ερευνών της κοινής γνώμης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καταλύτης γι' αυτή την ακροδεξιά έκρηξη είναι η οικονομική κρίση. Συνέβαλαν και οι συνθήκες που επικράτησαν για πολλά χρόνια στα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα. Το γεγονός ωστόσο παραμένει ότι ένα 10% των πολιτών αν δεν ασπάζεται τη ναζιστική ιδεολογία είναι πάντως έτοιμο να υποστηρίξει αντιδημοκρατικές και ευθέως αντίθετες με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λύσεις. Απειλείται η Δημοκρατία στην Ελλάδα;
Η αυθόρμητη απάντηση είναι ίσως το «όχι». Δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες στην Ευρώπη και στην Ελλάδα ακόμα και με 10% το ποσοστό παραμένει πολιτικά περιθωριακό. Ή μήπως όχι; Εχει για παράδειγμα ήδη επισημανθεί ότι στην αστυνομία το ποσοστό της Χρυσής Αυγής είναι σημαντικά μεγαλύτερο. Ανάλογο φαινόμενο παρατηρείται και σε μερίδα των ενόπλων δυνάμεων. Προφανώς δεν δικαιολογείται κανείς εφησυχασμός.
Την ίδια στιγμή, αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, κάποτε αδιανόητες, μπαίνουν όλο και πιο πολύ στην καθημερινότητά μας. Τελευταίο κρούσμα η παροχή δωρεάν ιατρικών εξετάσεων «μόνο για Ελληνες» που οργανώνεται στη Θεσσαλονίκη. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν θα δεχθούν να συμμετάσχουν γιατροί παραβιάζοντας τον όρκο τους. Αλλά βέβαια και αν θα αντιδράσει ο Ιατρικός Σύλλογος και ο ΕΟΠΥΥ - στο μέτρο που θα πάρουν μέρος και συμβεβλημένοι γιατροί.
Ομως οι αντιδημοκρατικές νοοτροπίες και απόψεις δεν περιορίζονται στη Χρυσή Αυγή. Εχουν επίσης επισημανθεί για παράδειγμα στο πρόγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» θέσεις, όπως ο διορισμός του εκάστοτε αρχηγού ΓΕΕΘΑ ως υπουργού Αμύνης ή του προέδρου του Αρείου Πάγου ως υπουργού Δικαιοσύνης, που αμφισβητούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας.
Για όσους θα έμπαιναν στον πειρασμό να τις θεωρήσουν απλώς στρακαστρούκες ασυναρτησίας ενός κινήματος χωρίς ειρμό, αρκεί να παρακολουθήσουν μια πολιτική συγκέντρωση του κ. Καμμένου με τη βιαιότητα του λόγου του και τον ακραίο εθνικισμό που δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για τις προθέσεις του.
Με το πρόσχημα της «οργής» και της «αγανάκτησης» έχει συγκροτηθεί ένα αυταρχικής και αναχρονιστικής νοοτροπίας ιδεολογικό ρεύμα που απειλεί να φέρει στην επιφάνεια τους δικούς μας «δαίμονες», αυτούς που πιστεύαμε ότι είχε ενταφιάσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1974.
Το παράδοξο ή αν θέλετε το ατύχημα είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που οι θεσμοί της μεταπολιτευτικής μας Δημοκρατίας βρίσκονται υπό διαρκή αμφισβήτηση. Πολιτική αμφισβήτηση, καθώς θεωρείται ότι έχουν διαφθαρεί από την πελατειακή λογική των κομμάτων εξουσίας, αλλά και ιδεολογική αμφισβήτηση από την αξιωματική αντιπολίτευση στο όνομα μιας ριζοσπαστικής ρήξης με κατεύθυνση τον «σοσιαλισμό».
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ευρωπαϊκή-εκσυγχρονιστική πολιτική, που με όλες τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, κινδυνεύει να βρεθεί στη μειοψηφία. Ακόμα χειρότερα, απέναντι στις αντιδημοκρατικές δυνάμεις όχι μόνο δεν υπάρχει ένα προοδευτικό μέτωπο, αλλά βλέπουμε να αναπτύσσονται και εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ ακροδεξιάς και Αριστεράς στο όνομα της μάχης κατά του Μνημονίου.
Ακόμα δεν είναι σαφές προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα. Παρά τα 240 δισεκατομμύρια των δανεικών, η κατάσταση στην οικονομία παραμένει κρίσιμη και οι Ευρωπαίοι εταίροι μοιάζει να αδυνατούν να καταλάβουν τις πολιτικές παρενέργειες της ύφεσης. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι αυτό που κρίνεται στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ περισσότερο από την οικονομική πολιτική που θα υιοθετήσουμε.

ΕΘΝΟΣ 2/4/13

Κόκκινες γραμμές ή βρόχος;



Η εξέλιξη της κρίσης στην Κύπρο και το «όχι», που έγινε «ναι», έδειξαν για ακόμη μία φορά κάτι που στην Ελλάδα τουλάχιστον γνωρίζουμε ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε καλά. Οτι δηλαδή οι πολιτικές αποφάσεις υπερτερούν του οικονομικού ορθολογισμού και αποτελούν τελικά καθοριστικό παράγοντα για το εάν τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με το μικρότερο δυνατό κόστος ή αν αντιθέτως επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους πολίτες. Δυστυχώς τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα. Και εν όψει της άφιξης της τρόικας κινδυνεύουμε να παρακολουθήσουμε ένα ακόμη, πιο σύντομο ελπίζουμε, θρίλερ με το «παίρνουμε - δεν παίρνουμε» τη δόση.
Σε πρώτο επίπεδο βρίσκεται η τύχη 25.000 δημοσίων υπαλλήλων, για τους οποίους δεν μπορούμε να αποφασίσουμε με ποια διαδικασία θα βρεθούν εκτός Δημοσίου. Εχουμε μπει έτσι σε μια συζήτηση του παραλόγου για τους «επιόρκους» - λες και αυτό είναι το πρόβλημα μιας Δημόσιας Διοίκησης στο τελευταίο στάδιο παράλυσης.
Αν συνυπολογίσουμε ότι στη χώρα σήμερα οι άνεργοι έχουν φτάσει το 1.300.000, γίνεται προφανές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προτεραιοτήτων. Αλλά ας είναι. Στο ζήτημα και οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι εμφανίζονται τουλάχιστον να ομονοούν.
Αντιθέτως στο άλλο «αγκάθι», αν δηλαδή το τέλος ακινήτων θα συνεχίσει να εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ, η ΔΗΜΑΡ βάζει για άλλη μία φορά κόκκινη γραμμή και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να το υπερψηφίσει. Μαζί και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ωστόσο μπορεί να το ψηφίσει, αν τελικά η επιβάρυνση είναι χαμηλότερη όπως ρητά έχει υποσχεθεί το υπουργείο Οικονομικών.
Είναι προφανές ότι το παράλογο συνεχίζεται. Γιατί ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα; Αν ήταν το ύψος του φόρου, να το συζητήσουμε. Αλλά ο τρόπος είσπραξης; Τι ακριβώς ενοχλεί; Εκτός και εάν, όπως πολλοί υποπτευόμαστε, μοναδικός στόχος της ΔΗΜΑΡ είναι οι τίτλοι των εφημερίδων, να καταγραφεί δηλαδή το «διακριτό» πολιτικό της στίγμα σε ένα ευαίσθητο πράγματι θέμα.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αν γι' αυτό το «στίγμα» βρεθούμε στην ανάγκη νέων μέτρων το καλοκαίρι, τότε απλώς θα μιλάμε για πολιτική αυτοκτονία, αυτή τη φορά και των τριών εταίρων.
Είναι φανερό πάντως ότι για τη ΔΗΜΑΡ έχει μεγαλύτερη σημασία το να μπορεί να πει «εγώ διαφώνησα» ή ακόμη και «καταψήφισα», από το να λειτουργεί με ενιαία πολιτική κατεύθυνση η κυβέρνηση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το πρωτοφανές σχήμα της παράλληλης λειτουργίας του υπουργικού συμβουλίου με το συμβούλιο των τριών αρχηγών την εξυπηρετεί πολύ καλά.
Πρόκειται για επικίνδυνη τακτική. Οχι μόνο γιατί δημιουργεί την εικόνα μιας δυσλειτουργικής κυβέρνησης και δυσκολεύει την επίτευξη των στόχων της. Αλλά και γιατί σπρώχνει σταθερά τη ΔΗΜΑΡ στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή τη στιγμή τα περισσότερα στελέχη της υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τη λογική της αντιπολίτευσης και μόνο στο «διά ταύτα» επικαλούνται την ανωτέρα δύναμη της παραμονής στο ευρώ. Ως πότε όμως;
Με αυτή την έννοια βέβαια προκαλεί ερωτηματικά και η διαφαινόμενη ή εικαζόμενη προσέγγιση ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ. Ο κ. Βενιζέλος έχει από καιρό αναπτύξει τη θέση μιας στρατηγικής συμμαχίας και με τη ΝΔ και πέραν των εκλογών έως ότου ξεπεραστεί η κρίση και εξασφαλιστεί η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει βέβαια και το ανάλογο πολιτικό σχέδιο στο οποίο θα συμφωνήσουν και οι τρεις εταίροι.
Μπορεί να ανταποκριθεί σε μια τέτοια πρόκληση η ΔΗΜΑΡ; Ή θα μείνει στις κόκκινες γραμμές που κινδυνεύουν να γίνουν βρόχος για την κυβέρνηση;

1/4/13

Τι... θέλουν οι Γερμανοί



Το καλό με τα σενάρια είναι ότι ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα. Μπορεί να μην έχει την παραμικρή σχέση με την αλήθεια αλλά, τι στο καλό, γι΄ αυτό τα λέμε σενάρια. Κι είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για να φτιάχνουν μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας - όποια εμείς θέλουμε. Ας πούμε για τη Γερμανία. Ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της πολιτικής της στην Ευρώπη; Να δημιουργήσει το -οικονομικό- τέταρτο Ράιχ; Να εκμεταλλευτεί το φτηνό εργατικό δυναμικό του Νότου; Να κλέψει τις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών;
Τα έχουμε ακούσει όλα, πολλά συνοδευόμενα και από εμβριθείς αναλύσεις ή υπερήφανες διακηρύξεις αντίστασης. Εχουν όμως σχέση με την πραγματικότητα; Πάρτε για παράδειγμα το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο. Πράγματι, είναι πολύ πιθανό ένα μέρος των καταθέσεων -από αυτές τις άνω των 100.000- να εγκαταλείψουν το νησί. Είναι οι καταθέσεις που προτίμησαν τις κυπριακές τράπεζες για τα υψηλά επιτόκια, ξεπερνούν το 5%, και για τη χαμηλή φορολογία. Τι θα κάνουν όμως; Το πιθανότερο είναι να αναζητήσουν κάποιον άλλον φορολογικό παράδεισο. Και το απίθανο θα είναι να πάνε στη Γερμανία. Για να έχουμε το μέτρο, η «Deutsche bank» δίνει επιτόκιο 0,3% στις καταθέσεις 6μηνης προθεσμίας!
Ή πάλι το άλλο σενάριο για την Ελλάδα - προσαρμόζεται όμως και για την Κύπρο. Η ύφεση, λένε, έχει ως στόχο να πέσουν οι τιμές στην Ελλάδα ώστε να έρθουν να πάρουν την περιουσία μας κοψοχρονιά. Τώρα μάλιστα που περιμένουμε και τους «υδατάνθρακες», το σενάριο παίρνει διαστάσεις διεθνούς συνωμοσίας. Το μεγάλο ξεπούλημα. Το κακό είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει καμιά γερμανική εταιρεία να έρχεται. Ακόμη και για το φυσικό αέριο μόνο η ρωσική «Gazprom» μοιάζει να ενδιαφέρεται στα σοβαρά. Για να μην πούμε και το άλλο: μακάρι να είχαν έρθει να κάνουν επενδύσεις και χαλάλι οι πεσμένες τιμές.
Τώρα βέβαια είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του κόσμου κι έτσι μπορεί οι στόχοι του «4ου Ράιχ» να υπερβαίνουν τον ελληνικό μικρο-ορίζοντα. Μπορεί δηλαδή η Ελλάδα να είναι το μέσο για μια ευρύτερη οικονομική κυριαρχία στην Ευρώπη - ένα μάθημα για όλους και ένας τρόπος να περνά τις αποφάσεις που τη συμφέρουν. Μόνο που ομολογώ αδυνατώ να καταλάβω σε τι ακριβώς συνίσταται η οικονομική κυριαρχία.
Τι κερδίζει, για παράδειγμα, η Γερμανία όταν η Ελλάδα αλλά και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου κόβουν μισθούς και κατά συνέπεια μειώνουν τις εισαγωγές τους (από τη Γερμανία) και αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους (σε βάρος και της Γερμανίας);
Εντάξει, δεν είναι άγιοι οι Γερμανοί, το συμφέρον τους κοιτάζουν. Κι είναι αλήθεια ότι η οικονομία τους επωφελείται από τα χαμηλά επιτόκια και την αβεβαιότητα που επικρατεί στις χώρες του Νότου. Μόνο που οι ίδιοι δεν το βλέπουν έτσι.
Οταν σχεδιάστηκε η Ευρωζώνη οι Γερμανοί είχαν δύο βασικές ενστάσεις ή αν θέλετε έβαλαν δύο βασικούς όρους. Πρώτον ότι δεν θα αφεθεί να ξεφύγει ο πληθωρισμός και δεύτερον ότι δεν θα βρεθούν να πρέπει να πληρώσουν αυτοί τα χρέη άλλων. Το πρώτο επιτεύχθηκε. Ηδη ωστόσο η Γερμανία και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης έχουν βρεθεί να δανείζουν την Ελλάδα, την Πορτογαλία την Ιρλανδία και τώρα την Κύπρο ενώ πολλοί φοβούνται ότι σειρά έχει η Ισπανία.
Για τους Γερμανούς το δίλημμα ήταν μεγάλο. Από τη μια πλευρά καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να αφεθεί να χρεοκοπήσει μια χώρα της Ευρωζώνης χωρίς αυτό να πλήξει καίρια το ευρώ. Από την άλλη ωστόσο, κάθε πακέτο βοηθείας είχε πολιτικό κόστος και αντιμετωπίζεται με μεγάλη δυσπιστία από την κοινή γνώμη.
Για μεγάλο διάστημα είχε επικρατήσει η λογική ότι οι Γερμανοί συνταξιούχοι βοηθάνε τους τεμπέληδες Ελληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι σε έρευνες της κοινής γνώμης εκφραζόταν έντονη αντίθεση στο ευρώ και η προοπτική επιστροφής στο μάρκο κέρδιζε έδαφος. Σε τέτοιον βαθμό που η Μέρκελ και ο Σόιμπλε αναγκάστηκαν να βγουν ανοικτά και να εξηγήσουν γιατί η προοπτική της Γερμανίας είναι ταυτισμένη με το ευρώ και τη νομισματική ενοποίηση.
Για την περίπτωση της Ελλάδας αυτό σήμαινε μια αλλαγή στάσης που έγινε φανερή μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η λύση που υιοθετήθηκε ήταν το «δημοσιονομικό σύμφωνο». Πολύ αυστηρότεροι έλεγχοι δηλαδή στα δημόσια οικονομικά όλων των κρατών της Ευρωζώνης ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον η επανάληψη του ελληνικού φαινομένου. Το πραγματικό ερώτημα ωστόσο είναι αν ένα τέτοιο σύμφωνο είναι πράγματι αυτό που χρειάζεται η Ευρωζώνη. Κι όχι το ακριβώς αντίθετο. Μια αναπτυξιακή πολιτική δηλαδή που θα επιτρέψει σε τελευταία ανάλυση να γίνουν πιο εύκολα και οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Αλλωστε, με χτυπητή εξαίρεση φυσικά την Ελλάδα, ούτε η Ιρλανδία ούτε η Ισπανία είχαν δημόσια ελλείμματα όταν βρέθηκαν στην ανάγκη να ζητήσουν βοήθεια!
Το γερμανικό παράλογο
Οπως έχει χαρακτηριστικά ειπωθεί, οι Γερμανοί δεν βλέπουν τον εαυτό τους σαν μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη αλλά σαν το υπόδειγμα της λύσης. Εχουν έτσι επιμείνει, και σε μεγάλο βαθμό καταφέρει, να επιβάλουν στην Ευρωζώνη μια πολιτική λιτότητας που έχει ως στόχο τη διά ροπάλου αποφυγή δημόσιων ελλειμμάτων.
Δυστυχώς, το γερμανικό παράδειγμα στηρίζεται στα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, στην πανίσχυρη δηλαδή γερμανική βιομηχανία. Ομως είναι λογικά παράλογο και πρακτικά αδύνατον να γίνουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης πλεονασματικές: το πλεόνασμα μιας χώρας είναι εξ ορισμού έλλειμμα μιας άλλης. Και με δεδομένο ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος - Κίνα, Ινδία, Βραζι­- λία- είναι κατεξοχήν εξαγωγικός, είναι αδύνατον για την Ευρωζώνη να πετύχει τα πλεονάσματα που η γερμανική πολιτική συνεπάγεται.
Αυτό βέβαια δημιουργεί τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου λιτότητας - κάτι που φαίνεται ήδη αν συγκρίνει κανείς την πορεία της Ευρώπης σε σχέση με τις πολύ καλύτερες επιδόσεις των ΗΠΑ. Και μαζί τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας και ενίσχυσης των περιθωριακών και αντιευρωπαϊκών κινημάτων.
Η απάντηση που πολλοί προτείνουν είναι η ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης - η δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Μόνο που κάτι τέτοιο σήμερα δεν είναι πολιτικά εφικτό. Η στρατηγική της Μέρκελ έχει και αυτή τη διάσταση. Να καθησυχάσει δηλαδή τους Γερμανούς ψηφοφόρους ότι δεν θα φορτωθούν τα ελλείμματα του Νότου ώστε να δεχθούν τη στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Μόνο που έτσι ενισχύει ακόμη περισσότερο κινήματα τύπου Γκρίλο. Η απόλυτη αντίφαση!

ΕΘΝΟΣ 31/3/13