Παρασκευή 5 Απριλίου 2013


Κόκκινες γραμμές ή βρόχος;



Η εξέλιξη της κρίσης στην Κύπρο και το «όχι», που έγινε «ναι», έδειξαν για ακόμη μία φορά κάτι που στην Ελλάδα τουλάχιστον γνωρίζουμε ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε καλά. Οτι δηλαδή οι πολιτικές αποφάσεις υπερτερούν του οικονομικού ορθολογισμού και αποτελούν τελικά καθοριστικό παράγοντα για το εάν τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με το μικρότερο δυνατό κόστος ή αν αντιθέτως επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους πολίτες. Δυστυχώς τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα. Και εν όψει της άφιξης της τρόικας κινδυνεύουμε να παρακολουθήσουμε ένα ακόμη, πιο σύντομο ελπίζουμε, θρίλερ με το «παίρνουμε - δεν παίρνουμε» τη δόση.
Σε πρώτο επίπεδο βρίσκεται η τύχη 25.000 δημοσίων υπαλλήλων, για τους οποίους δεν μπορούμε να αποφασίσουμε με ποια διαδικασία θα βρεθούν εκτός Δημοσίου. Εχουμε μπει έτσι σε μια συζήτηση του παραλόγου για τους «επιόρκους» - λες και αυτό είναι το πρόβλημα μιας Δημόσιας Διοίκησης στο τελευταίο στάδιο παράλυσης.
Αν συνυπολογίσουμε ότι στη χώρα σήμερα οι άνεργοι έχουν φτάσει το 1.300.000, γίνεται προφανές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προτεραιοτήτων. Αλλά ας είναι. Στο ζήτημα και οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι εμφανίζονται τουλάχιστον να ομονοούν.
Αντιθέτως στο άλλο «αγκάθι», αν δηλαδή το τέλος ακινήτων θα συνεχίσει να εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ, η ΔΗΜΑΡ βάζει για άλλη μία φορά κόκκινη γραμμή και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να το υπερψηφίσει. Μαζί και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ωστόσο μπορεί να το ψηφίσει, αν τελικά η επιβάρυνση είναι χαμηλότερη όπως ρητά έχει υποσχεθεί το υπουργείο Οικονομικών.
Είναι προφανές ότι το παράλογο συνεχίζεται. Γιατί ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα; Αν ήταν το ύψος του φόρου, να το συζητήσουμε. Αλλά ο τρόπος είσπραξης; Τι ακριβώς ενοχλεί; Εκτός και εάν, όπως πολλοί υποπτευόμαστε, μοναδικός στόχος της ΔΗΜΑΡ είναι οι τίτλοι των εφημερίδων, να καταγραφεί δηλαδή το «διακριτό» πολιτικό της στίγμα σε ένα ευαίσθητο πράγματι θέμα.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αν γι' αυτό το «στίγμα» βρεθούμε στην ανάγκη νέων μέτρων το καλοκαίρι, τότε απλώς θα μιλάμε για πολιτική αυτοκτονία, αυτή τη φορά και των τριών εταίρων.
Είναι φανερό πάντως ότι για τη ΔΗΜΑΡ έχει μεγαλύτερη σημασία το να μπορεί να πει «εγώ διαφώνησα» ή ακόμη και «καταψήφισα», από το να λειτουργεί με ενιαία πολιτική κατεύθυνση η κυβέρνηση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το πρωτοφανές σχήμα της παράλληλης λειτουργίας του υπουργικού συμβουλίου με το συμβούλιο των τριών αρχηγών την εξυπηρετεί πολύ καλά.
Πρόκειται για επικίνδυνη τακτική. Οχι μόνο γιατί δημιουργεί την εικόνα μιας δυσλειτουργικής κυβέρνησης και δυσκολεύει την επίτευξη των στόχων της. Αλλά και γιατί σπρώχνει σταθερά τη ΔΗΜΑΡ στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή τη στιγμή τα περισσότερα στελέχη της υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τη λογική της αντιπολίτευσης και μόνο στο «διά ταύτα» επικαλούνται την ανωτέρα δύναμη της παραμονής στο ευρώ. Ως πότε όμως;
Με αυτή την έννοια βέβαια προκαλεί ερωτηματικά και η διαφαινόμενη ή εικαζόμενη προσέγγιση ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ. Ο κ. Βενιζέλος έχει από καιρό αναπτύξει τη θέση μιας στρατηγικής συμμαχίας και με τη ΝΔ και πέραν των εκλογών έως ότου ξεπεραστεί η κρίση και εξασφαλιστεί η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει βέβαια και το ανάλογο πολιτικό σχέδιο στο οποίο θα συμφωνήσουν και οι τρεις εταίροι.
Μπορεί να ανταποκριθεί σε μια τέτοια πρόκληση η ΔΗΜΑΡ; Ή θα μείνει στις κόκκινες γραμμές που κινδυνεύουν να γίνουν βρόχος για την κυβέρνηση;

1/4/13

Τι... θέλουν οι Γερμανοί



Το καλό με τα σενάρια είναι ότι ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα. Μπορεί να μην έχει την παραμικρή σχέση με την αλήθεια αλλά, τι στο καλό, γι΄ αυτό τα λέμε σενάρια. Κι είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για να φτιάχνουν μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας - όποια εμείς θέλουμε. Ας πούμε για τη Γερμανία. Ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της πολιτικής της στην Ευρώπη; Να δημιουργήσει το -οικονομικό- τέταρτο Ράιχ; Να εκμεταλλευτεί το φτηνό εργατικό δυναμικό του Νότου; Να κλέψει τις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών;
Τα έχουμε ακούσει όλα, πολλά συνοδευόμενα και από εμβριθείς αναλύσεις ή υπερήφανες διακηρύξεις αντίστασης. Εχουν όμως σχέση με την πραγματικότητα; Πάρτε για παράδειγμα το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο. Πράγματι, είναι πολύ πιθανό ένα μέρος των καταθέσεων -από αυτές τις άνω των 100.000- να εγκαταλείψουν το νησί. Είναι οι καταθέσεις που προτίμησαν τις κυπριακές τράπεζες για τα υψηλά επιτόκια, ξεπερνούν το 5%, και για τη χαμηλή φορολογία. Τι θα κάνουν όμως; Το πιθανότερο είναι να αναζητήσουν κάποιον άλλον φορολογικό παράδεισο. Και το απίθανο θα είναι να πάνε στη Γερμανία. Για να έχουμε το μέτρο, η «Deutsche bank» δίνει επιτόκιο 0,3% στις καταθέσεις 6μηνης προθεσμίας!
Ή πάλι το άλλο σενάριο για την Ελλάδα - προσαρμόζεται όμως και για την Κύπρο. Η ύφεση, λένε, έχει ως στόχο να πέσουν οι τιμές στην Ελλάδα ώστε να έρθουν να πάρουν την περιουσία μας κοψοχρονιά. Τώρα μάλιστα που περιμένουμε και τους «υδατάνθρακες», το σενάριο παίρνει διαστάσεις διεθνούς συνωμοσίας. Το μεγάλο ξεπούλημα. Το κακό είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει καμιά γερμανική εταιρεία να έρχεται. Ακόμη και για το φυσικό αέριο μόνο η ρωσική «Gazprom» μοιάζει να ενδιαφέρεται στα σοβαρά. Για να μην πούμε και το άλλο: μακάρι να είχαν έρθει να κάνουν επενδύσεις και χαλάλι οι πεσμένες τιμές.
Τώρα βέβαια είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του κόσμου κι έτσι μπορεί οι στόχοι του «4ου Ράιχ» να υπερβαίνουν τον ελληνικό μικρο-ορίζοντα. Μπορεί δηλαδή η Ελλάδα να είναι το μέσο για μια ευρύτερη οικονομική κυριαρχία στην Ευρώπη - ένα μάθημα για όλους και ένας τρόπος να περνά τις αποφάσεις που τη συμφέρουν. Μόνο που ομολογώ αδυνατώ να καταλάβω σε τι ακριβώς συνίσταται η οικονομική κυριαρχία.
Τι κερδίζει, για παράδειγμα, η Γερμανία όταν η Ελλάδα αλλά και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου κόβουν μισθούς και κατά συνέπεια μειώνουν τις εισαγωγές τους (από τη Γερμανία) και αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους (σε βάρος και της Γερμανίας);
Εντάξει, δεν είναι άγιοι οι Γερμανοί, το συμφέρον τους κοιτάζουν. Κι είναι αλήθεια ότι η οικονομία τους επωφελείται από τα χαμηλά επιτόκια και την αβεβαιότητα που επικρατεί στις χώρες του Νότου. Μόνο που οι ίδιοι δεν το βλέπουν έτσι.
Οταν σχεδιάστηκε η Ευρωζώνη οι Γερμανοί είχαν δύο βασικές ενστάσεις ή αν θέλετε έβαλαν δύο βασικούς όρους. Πρώτον ότι δεν θα αφεθεί να ξεφύγει ο πληθωρισμός και δεύτερον ότι δεν θα βρεθούν να πρέπει να πληρώσουν αυτοί τα χρέη άλλων. Το πρώτο επιτεύχθηκε. Ηδη ωστόσο η Γερμανία και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης έχουν βρεθεί να δανείζουν την Ελλάδα, την Πορτογαλία την Ιρλανδία και τώρα την Κύπρο ενώ πολλοί φοβούνται ότι σειρά έχει η Ισπανία.
Για τους Γερμανούς το δίλημμα ήταν μεγάλο. Από τη μια πλευρά καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να αφεθεί να χρεοκοπήσει μια χώρα της Ευρωζώνης χωρίς αυτό να πλήξει καίρια το ευρώ. Από την άλλη ωστόσο, κάθε πακέτο βοηθείας είχε πολιτικό κόστος και αντιμετωπίζεται με μεγάλη δυσπιστία από την κοινή γνώμη.
Για μεγάλο διάστημα είχε επικρατήσει η λογική ότι οι Γερμανοί συνταξιούχοι βοηθάνε τους τεμπέληδες Ελληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι σε έρευνες της κοινής γνώμης εκφραζόταν έντονη αντίθεση στο ευρώ και η προοπτική επιστροφής στο μάρκο κέρδιζε έδαφος. Σε τέτοιον βαθμό που η Μέρκελ και ο Σόιμπλε αναγκάστηκαν να βγουν ανοικτά και να εξηγήσουν γιατί η προοπτική της Γερμανίας είναι ταυτισμένη με το ευρώ και τη νομισματική ενοποίηση.
Για την περίπτωση της Ελλάδας αυτό σήμαινε μια αλλαγή στάσης που έγινε φανερή μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η λύση που υιοθετήθηκε ήταν το «δημοσιονομικό σύμφωνο». Πολύ αυστηρότεροι έλεγχοι δηλαδή στα δημόσια οικονομικά όλων των κρατών της Ευρωζώνης ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον η επανάληψη του ελληνικού φαινομένου. Το πραγματικό ερώτημα ωστόσο είναι αν ένα τέτοιο σύμφωνο είναι πράγματι αυτό που χρειάζεται η Ευρωζώνη. Κι όχι το ακριβώς αντίθετο. Μια αναπτυξιακή πολιτική δηλαδή που θα επιτρέψει σε τελευταία ανάλυση να γίνουν πιο εύκολα και οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Αλλωστε, με χτυπητή εξαίρεση φυσικά την Ελλάδα, ούτε η Ιρλανδία ούτε η Ισπανία είχαν δημόσια ελλείμματα όταν βρέθηκαν στην ανάγκη να ζητήσουν βοήθεια!
Το γερμανικό παράλογο
Οπως έχει χαρακτηριστικά ειπωθεί, οι Γερμανοί δεν βλέπουν τον εαυτό τους σαν μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη αλλά σαν το υπόδειγμα της λύσης. Εχουν έτσι επιμείνει, και σε μεγάλο βαθμό καταφέρει, να επιβάλουν στην Ευρωζώνη μια πολιτική λιτότητας που έχει ως στόχο τη διά ροπάλου αποφυγή δημόσιων ελλειμμάτων.
Δυστυχώς, το γερμανικό παράδειγμα στηρίζεται στα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, στην πανίσχυρη δηλαδή γερμανική βιομηχανία. Ομως είναι λογικά παράλογο και πρακτικά αδύνατον να γίνουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης πλεονασματικές: το πλεόνασμα μιας χώρας είναι εξ ορισμού έλλειμμα μιας άλλης. Και με δεδομένο ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος - Κίνα, Ινδία, Βραζι­- λία- είναι κατεξοχήν εξαγωγικός, είναι αδύνατον για την Ευρωζώνη να πετύχει τα πλεονάσματα που η γερμανική πολιτική συνεπάγεται.
Αυτό βέβαια δημιουργεί τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου λιτότητας - κάτι που φαίνεται ήδη αν συγκρίνει κανείς την πορεία της Ευρώπης σε σχέση με τις πολύ καλύτερες επιδόσεις των ΗΠΑ. Και μαζί τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας και ενίσχυσης των περιθωριακών και αντιευρωπαϊκών κινημάτων.
Η απάντηση που πολλοί προτείνουν είναι η ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης - η δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Μόνο που κάτι τέτοιο σήμερα δεν είναι πολιτικά εφικτό. Η στρατηγική της Μέρκελ έχει και αυτή τη διάσταση. Να καθησυχάσει δηλαδή τους Γερμανούς ψηφοφόρους ότι δεν θα φορτωθούν τα ελλείμματα του Νότου ώστε να δεχθούν τη στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Μόνο που έτσι ενισχύει ακόμη περισσότερο κινήματα τύπου Γκρίλο. Η απόλυτη αντίφαση!

ΕΘΝΟΣ 31/3/13

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013


Διαζύγιο με το ευρώ;



Hταν αναπόφευκτο, μετά τη λύση που δόθηκε για την Κύπρο, να μπει και θέμα αποχώρησης από το ευρώ. Ηδη ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν το θεωρεί επιβεβλημένο - παρότι ομολογεί ότι δεν γνωρίζει πολλά για την οικονομία της Κύπρου και δικαίως μπορεί να υποψιαστούμε ότι η αντίθεσή του είναι προκατειλημμένη. Στο ίδιο το νησί άλλωστε όλο και πιο συχνά ακούγονται ανάλογες απόψεις.
Ο λόγος είναι απλός. Ενα από τα βασικότερα επιχειρήματα κατά της αποχώρησης είναι η καταστροφή του τραπεζικού συστήματος και η φυγή των κεφαλαίων. Στην Κύπρο ωστόσο αυτό έχει ήδη συντελεστεί. Αρα ποιο το νόημα της παραμονής; Η επιστροφή στη λίρα με την υποτίμηση θα επιτρέψει πιο γρήγορη ανάκαμψη και θα κάνει τον τουρισμό και τον αγροτικό τομέα πιο ανταγωνιστικούς. Είναι όμως έτσι;
Κατ' αρχήν ο τραπεζικός τομέας δεν έχει καταστραφεί. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Η συντριπτική πλειονότητα των -Κυπρίων κυρίως- καταθετών δεν θα υποστεί κούρεμα. Οσο για τους υπόλοιπους, ένα μέρος τους είναι επιχειρήσεις που βρίσκονται στην Κύπρο για τη χαμηλή φορολογία και δεν είναι βέβαιο ότι θέλουν ή μπορούν να φύγουν.
Μετά το κούρεμα κι όταν αρθούν οι περιορισμοί στις αναλήψεις, ένα μέρος σίγουρα θα φύγει. Είναι στο χέρι της Κύπρου ωστόσο να επιδιώξει να περισώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του τραπεζικού της συστήματος. Η επιστροφή στη λίρα θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Και βέβαια -με την υποτίμηση- θα κουρέψει και τις μικροκαταθέσεις φτωχαίνοντας τα νοικοκυριά και στερώντας τους τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους για να αντέξουν στην κρίση.
Με δεδομένο ότι το τραπεζικό σύστημα συνεισφέρει σήμερα το 18% του ΑΕΠ, είναι μια πολύ επικίνδυνη απόφαση να πει κανείς ότι το εγκαταλείπει για να επαναφέρει τη λίρα. Και με στόχο ποιον;
Ο τουρισμός και η γεωργία συνεισφέρουν μαζί μικρότερο ποσοστό από ό,τι οι τράπεζες. Η υποτίμηση θα βοηθήσει, το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο δεν θα αντισταθμίσει τις απώλειες.
Ακόμα και με πιο ανταγωνιστικές τιμές δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αρχίσουν να συρρέουν τουρίστες στην Κύπρο - τουλάχιστον χωρίς προηγουμένως να αναβαθμιστεί ριζικά το τουριστικό προϊόν. Ούτε υπάρχει η αγροτική παραγωγή που δεν εξάγεται λόγω του ευρώ. Με άλλα λόγια, αν η Κύπρος εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, ούτε θα αποφύγει την πτώση των εισοδημάτων -αντιθέτως θα τη μεγεθύνει- ούτε είναι βέβαιο ότι θα ανακάμψει πιο γρήγορα.
Πέρα από τα οικονομικά επιχειρήματα ωστόσο υπάρχουν ασφαλώς και γεωπολιτικές παράμετροι που πρέπει να συνυπολογιστούν. Η κρίση έδειξε ότι η Κύπρος έχει σοβαρό πρόβλημα στις διεθνείς της σχέσεις. Κυρίως στο πώς η ίδια τις αντιλαμβάνεται και τι ψευδείς, όπως αποδείχθηκε, προσδοκίες έτρεφε. Η πιθανή επαναπροσέγγιση Ισραήλ-Τουρκίας θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα πράγματα κυρίως σε σχέση με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων.
Οσο για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, μετά το «όχι» στο σχέδιο Ανάν το 2004, βρίσκεται σε τέλμα και δεν έχει αναληφθεί καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για την επίλυσή του. Μπορεί ο κ. Αβραμόπουλος να ξορκίζει τη διχοτόμηση, η πραγματικότητά όμως είναι ότι αυτή παγιώνεται όλο και πιο πολύ και τα κατεχόμενα μετατρέπονται σε τουρκική επαρχία.
Είναι φανερό ότι είναι ώρα να αναληφθούν σοβαρές πρωτοβουλίες τόσο στο εσωτερικό του νησιού όσο και στο εξωτερικό. Ενα θέμα είναι αν μπορεί η σημερινή ηγεσία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Ενα δεύτερο αν στις προτεραιότητές της μπορεί να είναι η αποχώρηση από το ευρώ και την Ευρωζώνη. Και η απάντηση για κάθε λογικό άνθρωπο δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική!

ΕΘΝΟΣ 30/3/13

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013


Η μοναξιά της Κύπρου...



Συζητούσα πριν από λίγες ημέρες με πολιτικό που είχε άμεση γνώση των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση και μου αφηγήθηκε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον περιστατικό που έγινε στις Βρυξέλλες. Παρόντες, μεταξύ άλλων, ο τότε γ. γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ρομάνο Πρόντι, ο αρμόδιος για τη διεύρυνση επίτροπος Φερχόιγκεν καθώς και ο Κύπριος Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος.
Αντικείμενο της συνάντησης, το περίφημο σχέδιο για την επανένωση του νησιού το οποίο ενώπιον όλων αποδέχθηκε και ο Κύπριος πρόεδρος. Από την πλευρά της Επιτροπής -δεν συγκράτησα ποιος- του επισημάνθηκε ότι η συμφωνία του είναι απαραίτητη και ιδιαίτερα σημαντική.
Γιατί βέβαια, θυμόμαστε όλοι, υπήρχαν έντονες επιφυλάξεις από όλα τα κράτη-μέλη στο να μπει η Κύπρος στην Ευρώπη χωρίς προηγουμένως να έχει λυθεί το Κυπριακό. Ετσι, οιονεί όρος της ένταξης ήταν η αποδοχή της λύσης. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος συμφώνησε ξανά. Τα υπόλοιπα -πώς άλλαξε γνώμη και πώς οι Κύπριοι οδηγήθηκαν στο «όχι»- ανήκουν στην ιστορία.
Παραδόξως, κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τη συμφωνία της Ζυρίχης για την ανεξαρτησία της Κύπρου. Σε ένα ντοκιμαντέρ που προέβαλε αυτές τις ημέρες η ΝΕΤ, ο Βύρων Θεοδωρόπουλος, διπλωμάτης από τους καλύτερους που είχαμε ποτέ, διηγούνταν πώς, νέος στο διπλωματικό σώμα τότε, μετέφερε στον Μακάριο σημείο προς σημείο τη συμφωνία που διαπραγματευόταν με τους Τούρκους ο Καραμανλής. Ο Μακάριος την αποδέχθηκε, ο Καραμανλής υπέγραψε, την επόμενη ημέρα ωστόσο ο Μακάριος τηλεφώνησε εκφράζοντας καθυστερημένες επιφυλάξεις. Ο Καραμανλής αρνήθηκε φυσικά να πάρει πίσω την υπογραφή του και η συμφωνία προχώρησε.
Χρόνια αργότερα, σε μια συνάντησή τους, ο Καραμανλής απευθυνόμενος στον Μακάριο του είπε: «Δεσπότη μου -έτσι τον αποκαλούσε-, πώς είναι δυνατόν να ετοιμάσαμε μαζί τη συμφωνία κι εσύ να είσαι ήρωας κι εγώ προδότης».
Δεν γνωρίζω αν έχουν κάποιο ενδιαφέρον τέτοια ιστορικά στιγμιότυπα. Περίπου το ίδιο ωστόσο επαναλήφθηκε και αυτήν τη φορά στις Βρυξέλλες. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης συμφώνησε σε μια λύση και την επόμενη ημέρα δεν την υποστήριξε στη Βουλή ούτε το ίδιο του το κόμμα. Ισως δεν είναι τυχαίο που σε αυτή την κρίση ο μόνος σύμμαχος της Κύπρου, κι αυτός ουσιαστικά ανήμπορος, ήταν η Ελλάδα. Κανείς άλλος. Ακόμα και το Λουξεμβούργο ξύπνησε εκ των υστέρων!
Πάλι στη ΝΕΤ, προβλήθηκε αυτή την εβδομάδα μια ιδιαίτερα διαφωτιστική συνέντευξη ενός εκ των πρώην αντιπροέδρων της Λαϊκής Τράπεζας. Οποιος την παρακολούθησε δεν μπορεί παρά να εξοργίστηκε με το μέγεθος της ανευθυνότητας της κυπριακής ηγεσίας.
Εδώ και δύο χρόνια τουλάχιστον γνώριζαν το πρόβλημα σε όλο του το μέγεθος. Δεν έκαναν τίποτα ωστόσο για να το αντιμετωπίσουν, με τη λογική του «έλα μωρέ, δεν μπορεί η Ευρώπη να αφήσει μια συστημική τράπεζα να καταρρεύσει»!
Δεν ξέρω τι σημαίνει θάρρος και υπερήφανη στάση στην εποχή μας. Το 1821 μπορεί να ήταν να ζωστείς τα φυσεκλίκια. Σήμερα όμως είναι να μπορείς ως κοινωνία και ως πολιτικό σύστημα να παίρνεις όλες τις δύσκολες αποφάσεις που είναι αναγκαίες για να επιβιώσεις σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Με αυτό το κριτήριο, η προηγούμενη κυπριακή ηγεσία είναι ένοχη βαρύτατης πολιτικής δειλίας.
Η Ελλάδα φυσικά δεν μπορεί να παριστάνει τον κατήγορο. Εστω και την ύστατη στιγμή ωστόσο, το πολιτικό μας σύστημα πήρε τις απαραίτητες αποφάσεις. Το ίδιο πρέπει να κάνει σήμερα η Κύπρος. Θα θέλαμε να ελπίζουμε, χωρίς τα δικά μας λάθη και τις παλινωδίες!

ΕΘΝΟΣ 29/3/13

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013


Ο ΣΥΡΙΖΑ σε νέες περιπέτειες!



Ο,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Και η κρίση στην Κύπρο, με όλα τα αρνητικά της, μπορεί τελικώς να βοηθήσει να αποκτήσουμε και στην Ελλάδα ένα καλύτερο επίπεδο αυτογνωσίας. Κυρίως στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπου φαίνεται ότι δίνεται μια αδυσώπητη παρασκηνιακή μάχη με άδηλα αποτελέσματα.
Στην αρχή για τον ΣΥΡΙΖΑ όλα φάνηκαν ότι πήγαιναν καλά. Η κυπριακή Βουλή ψήφισε όχι, και η δική μας η Αριστερά έσπευσε να πανηγυρίσει. Είδατε, είπαν, πάτησαν πόδι και δεν έπαθαν τίποτα. Επιτέλους, κάποιοι ορθώνουν το ανάστημά τους και διαπραγματεύονται.
Επρόκειτο περί ασύγγνωστης αφέλειας. Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς σοφός για να καταλάβει ότι μια χώρα στην οποία έχει κοπεί η χρηματοδότηση είναι ζήτημα ημερών για να πάει -όπως σημείωσε ο αρθρογράφος του Ρόιτερς- από το «εν ημπορώ» στο «ναι, μπορώ». Το ότι στη διαδρομή κατέρρευσαν και κάποιοι αστείοι μύθοι περί Ρώσων και άλλων από μηχανής θεών ήταν απλώς το κερασάκι που κατέδειξε την ελαφρότητα των χειρισμών.
Στον ΣΥΡΙΖΑ βέβαια κατάλαβαν -στην πτέρυγα των «ρεαλιστών», αν μπορούμε να τους ονομάσουμε έτσι- ότι το όχι δεν έχει νόημα αν δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Αρχισαν λοιπόν τις προτάσεις - δυστυχώς ατάκτως ερριμμένες, χωρίς την παραμικρή οικονομική λογική και όπως τώρα καταλαβαίνουμε, κάτω από την πίεση της ακραίας πτέρυγας που θέλει να περάσει τη θέση για έξοδο από το ευρώ.
Στην πρώτη εκδοχή ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε να αναλάβει μέρος της ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών η Ελλάδα χρησιμοποιώντας τα ευρωπαϊκά κεφάλαια που μας παρέχονται. Κάτι τέτοιο βέβαια απαγορεύεται και θα άφηνε εκτεθειμένη την Ελλάδα σε κάθε είδους κυρώσεις.
Το κατάλαβαν κι έτσι προχθές ο υπεύθυνος των οικονομικών του κόμματος Γ. Μηλιός κατέφυγε σε μια δεύτερη πρόταση, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Πειραιώς θα παρείχε προσωρινή ρευστότητα 2 δισεκατομμυρίων στην Κύπρο. Με αυτό τον τρόπο δεν θα περνούσε ο εκβιασμός της Ευρωζώνης ότι θα κόψει τα χρήματα και η κυπριακή ηγεσία θα είχε τον χρόνο να επεξεργαστεί εναλλακτική λύση.
Πρόκειται φυσικά για το πιο σύντομο ανέκδοτο. Δύο δισεκατομμύρια -και μάλιστα χωρίς να έχει συμφωνηθεί λύση για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών- δεν θα επαρκούσαν ούτε για να ανοίξουν οι τράπεζες ένα πρωινό. Ενας ολιγάρχης να απέσυρε τις καταθέσεις του και τέλος.
Ας πούμε ωστόσο ότι υπήρχε χρόνος κι ακόμα ότι η κυβέρνηση ήταν αριστερή - που ήταν δηλαδή τόσα χρόνια χωρίς να κάνει τίποτα, αλλά πρέπει να πούμε ότι φταίει ο Αναστασιάδης, όχι η ανεδαφικότητα των προτάσεων. Ποια θα ήταν η εναλλακτική λύση «εντός της Ευρωζώνης αλλά εκτός της τρόικας»;
Εκεί να δείτε τρικυμία. Να φτιαχτεί ένα ταμείο να συνεισφέρουν οι ίδιοι οι Κύπριοι αγοράζοντας ουσιαστικά ομόλογα. Μπορούν όμως να μαζευτούν 17 δισεκατομμύρια - όσο όλο το ΑΕΠ της Κύπρου; Οχι βέβαια. Ετσι το εκτός τρόικας γίνεται αφού βάλει πρώτα τα 10 δισεκατομμύρια η τρόικα. Μένει να βάλουν οι κύπριοι τα 5,8 δισεκατομμύρια, το 30% του ΑΕΠ τους. Σαν να μαζεύαμε δηλαδή εμείς 60 δισεκατομμύρια! Τόσο ρεαλιστικό.
Και τα υπόλοιπα; Οσα και πάλι θα έλειπαν; Να τα βάλει -είπαν- ο υπό διαμόρφωση μηχανισμός της Ευρωζώνης, ο ESM. Οπότε ξεσηκώθηκαν οι εντός ΣΥΡΙΖΑ αριστεροί της Αριστεράς επισημαίνοντας, και μάλιστα με ανοικτή επιστολή, το αυτονόητο. Οτι δηλαδή η χρήση του μηχανισμού προϋποθέτει την υπογραφή Μνημονίου. Τι προτείνουν αυτοί; Εξοδο από το ευρώ. Κανονικό περιβόλι. Για γέλια ή για κλάματα, θα σας γελάσω.

ΕΘΝΟΣ 28/3/13

Εχουμε χάσει τον δρόμο...



Τη Μάνη τη γνώρισα πρώτη φορά μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του Πάτρικ Λι Φέρμορ. Την επισκέφθηκα λίγα χρόνια μετά, τέλη της δεκαετίας του '70, κι ένιωσα τη μαγεία της, τη λιτότητα και τη σκληράδα του τοπίου και των ανθρώπων, την ιστορία, την αναπάντεχη φύση του Ταΰγετου.
Βρέθηκα ξανά στη Μάνη το Σαββατοκύριακο. Παρότι την είχα επισκεφθεί και άλλες φορές, για κάποιον λόγο στο μυαλό μου έκανα τη σύγκριση με εκείνη την πρώτη φορά. Καμία σχέση. Τότε τρώγαμε σε ένα τραπεζάκι στον δρόμο, κάτω από τη λάμπα της ΔΕΗ. Σήμερα μιλάς για μια αναπτυγμένη τουριστική βιομηχανία υψηλού επιπέδου, με επενδύσεις εκατομμυρίων πολλές από ντόπιους - νέα παιδιά που έχουν αλλάξει την εικόνα του τόπου χωρίς την καταστροφή που συνήθως φέρνει ο μαζικός τουρισμός.
«Αλίμονο αν διαμαρτυρόμαστε κι εμείς» ήταν η φράση που άκουσα συχνά. Κι όσο κι αν σίγουρα πολλοί θα περνάνε δύσκολα, καμιά περιοχή άλλωστε δεν έμεινε ανέγγιχτη από την κρίση, εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι για να μαζέψουν τις ελιές πρέπει να καταφύγουν σε αλλοδαπούς εργαζομένους.
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια θα πρέπει να αποτιμήσουμε τη μεταπολίτευση. Οποιον πολιτικό, οικονομικό ή κοινωνικό δείκτη και αν χρησιμοποιήσουμε ωστόσο -το πραγματικό εισόδημα, τη μόρφωση, την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, την ελευθερία έκφρασης, την πολιτική ομαλότητα-, η μεταπολίτευση υπήρξε η χρυσή τριακονταετία του νεοελληνικού κράτους. Κι αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί.
Είναι αλήθεια ότι το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο στηρίχθηκε η ευημερία μας είχε φτάσει στα όριά του. Στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα δανεικά, αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματική οικονομική πρόοδο που επιτεύχθηκε. Στις αρχές της δεκετίας του 2000 είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ομαλά τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο μέσα από μια πολιτική μεταρρυθμίσεων. Σπαταλήσαμε όμως το φτηνό χρήμα που μας προσφέρθηκε λόγω της ένταξης στο ευρώ, σε μια αλόγιστη επέκταση της κατανάλωσης. Σήμερα είμαστε σε σταυροδρόμι.
Θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε στον δρόμο που χαράξαμε όλη αυτή την τριακονταετία ή αν πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Να αποφασίσουμε αν ήταν λάθος ο δρόμος ή αν εμείς τον χάσαμε. Κι όπως φαίνεται, δηλώνουμε βαθιά διχασμένοι.
Είμαστε όμως στ' αλήθεια; Ο πειρασμός να τ' αλλάξουμε όλα είναι μεγάλος. Η ανατροπή είναι ένα εύκολο σύνθημα και μια διέξοδος για την οργή που ταυτόχρονα μας επιτρέπει να αποφύγουμε να δούμε τα δικά μας λάθη.
Ολα τα στοιχεία ωστόσο συνηγορούν ότι στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτα, θέλουμε να συνεχίσουμε όπως ήμασταν και μάλιστα -με εντυπωσιακά ποσοστά αποδοχής- μέσα στη «σιγουριά» του ευρώ. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει αν εμείς δεν αλλάξουμε.
Γράφοντας για την Ελλάδα που αλλάζει πριν από αρκετές δεκαετίες, ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς, ο Γουίλιαμ Μακνίλ, σημείωνε ότι η απότομη μετάβαση στη σύγχρονη εποχή, κινδυνεύει να δημιουργήσει έναν «πληθυσμό αμοραλιστών», ένα πλήθος «αδίστακτων εγωιστών με ελάχιστες ηθικές αρχές αλλά με πολλές απαιτήσεις», που μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αναταραχή (Aπό το «Athens Review of books»).
Σε ανάλογο κλίμα, στο προχθεσινό «Εθνος της Κυριακής» ο Πέτρος Μάρκαρης σημείωνε ότι «επιστρέφουμε στη φτώχεια χωρίς τις αξίες της φτώχειας», για να προσθέσει ότι μόνο αν παραδεχθείς τη φτώχεια μπορείς να παλέψεις για να την ξεπεράσεις και να αντέξεις. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ωστόσο ότι στο Μνημόνιο περιλαμβάνονται μαθήματα αυτογνωσίας.

ΕΘΝΟΣ 27/3/13

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013


Η ελληνική αρρώστια



Η Κύπρος ευχαρίστησε επίσημα την ελληνική κυβέρνηση για την υποστήριξή της στην κρίση που περνάει. Αδικα προφανώς. Γιατί οι κ. Τσίπρας και Καμμένος είχαν διαφορετική γνώμη. Αυτοί γνωρίζουν καλύτερα τα συμφέροντα της Κύπρου από τους Κύπριους. Τα κυπριακά πολιτικά κόμματα από την πλευρά τους συνεργάστηκαν με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη προκειμένου να διαμορφώσουν κοινή εθνική γραμμή. Προφανώς έσφαλαν. Διότι οι κ. Τσίπρας και Καμμένος εξετάζουν από κοινού το ενδεχόμενο να κάνουν πρόταση μομφής στην ελληνική κυβέρνηση η οποία διέπραξε το ατόπημα να στηρίξει τις αποφάσεις του κ. Αναστασιάδη!
Ο απόλυτος παραλογισμός. Ή μάλλον η ελληνική αρρώστια. Οπου τα πάντα, πριν από οτιδήποτε άλλο αποτελούν μια πρώτης τάξεως αφορμή για να τσακωθούμε μεταξύ μας. Στην προκειμένη περίπτωση να επιτεθεί η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Και βέβαια δεν το έκανε από ενδιαφέρον για την Κύπρο. Αν ήταν αυτό, θα σεβόντουσαν τη στάση των Κυπρίων, τουλάχιστον μέχρι να περάσει η κρίση.
Οσο για την ουσία, διπλός παραλογισμός. Γιατί -λένε- η κυβέρνηση δεν ανέλαβε το κόστος διάσωσης των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα; Ουσιαστικά δηλαδή γιατί δεν χρησιμοποιήσαμε τα δανεικά της τρόικας για να τις σώσουμε; Να ρισκάρουμε έτσι να κοπούν οι πιστώσεις και προς τις ελληνικές τράπεζες -κι αυτές από την Ευρώπη δανείζονται-, να βρεθούμε στο ίδιο αδιέξοδο με την Κύπρο, για να κάνουν το κομμάτι τους οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.
Εκτός κι αν αυτό που εννοούν είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να βάλει βέτο και να μην αποδεχθεί τη λύση που δέχθηκε αρχικά ο κ. Αναστασιάδης. Αν κρίνουμε από το πώς υποδέχθηκαν το «όχι» της κυπριακής Βουλής, κάτι τέτοιο πολύ θα τους άρεσε. Κατάλαβαν άραγε την ανοησία τους;
Γιατί βέβαια λες «όχι» όταν έχεις κάτι καλύτερο να προτείνεις και έχεις ελπίδες να το πετύχεις. Τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε. Ετσι καταλήξαμε σε μια χειρότερη λύση. Οχι μόνο γιατί η ουσία της δεν άλλαξε αλλά κυρίως επειδή η εβδομάδα που μεσολάβησε έπληξε καίρια την αξιοπιστία της Κύπρου και κατά πάσα πιθανότητα κατέστρεψε οριστικά κάθε ελπίδα να παραμείνει διεθνές τραπεζικό κέντρο.
Ολοι αυτοί που δημιούργησαν το κλίμα του πανικού και της καταστροφής που οδήγησε στο τυφλό «όχι» θα πρέπει κάποτε να απολογηθούν για τις ευθύνες τους. Σε τελευταία ανάλυση, ένα κούρεμα στις υψηλές καταθέσεις που θα έπειθε ότι είναι μια κι έξω και μάλιστα με αντάλλαγμα μετοχές που κάποια στιγμή μπορούσαν να αποκτήσουν αξία, δεν ήταν το τέλος του κόσμου.
Πολύ περισσότερο αν προστατεύονταν οι καταθέσεις έως τις 100.000, λύση που προσφέρθηκε εξαρχής στην Κύπρο. Για να μη μιλήσουμε για το άλλο «όχι», στο σχέδιο Ανάν, και αναλογιστούμε πόσο πιο ισχυρή θα ήταν σήμερα η θέση μιας ενωμένης Κύπρου...
Την τακτική του «όχι χωρίς εναλλακτικό σχέδιο» την υιοθέτησαν οι κ. Τσίπρας και Καμμένος και στο εσωτερικό. Γιατί σε ποια βάση μπορεί να χτίσουν το «μέτωπο» που αποφάσισαν;
Τι κοινό μπορεί να έχει ένα κόμμα που θέλει να εμφανίζεται ως προοδευτικό και έτοιμο να κυβερνήσει, με το περιβόλι των «ΑΝΕΛ», την προπαγάνδα μισαλλοδοξίας και ψεύδους, τις διεθνείς συνωμοσίες, τους «υδατάνθρακες», ή την υιοθέτηση του δολαρίου ως εθνικού νομίσματος; Σοβαρότης υπό το μηδέν.
Είναι φανερό ότι ο κ. Τσίπρας είναι πράγματι έτοιμος να συμμαχήσει και με τον διάβολο προκειμένου να κυβερνήσει. Αυτήν τη φορά ωστόσο ξεπέρασε τον εαυτό του. Ισως και τα όρια ανοχής των οπαδών και των συνεργατών του!

ΕΘΝΟΣ 26/3/13