Τρίτη 12 Μαρτίου 2013


Κεντροαριστερά και ανανέωση



Την προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκα, λίγο συμπτωματικά, στην Ιταλία έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω από κοντά τις εκλογές μαζί με Ιταλούς φίλους. Ολοι τους ψήφισαν τελικά Κεντροαριστερά, εντυπωσιάστηκα ωστόσο από το ότι ακόμη και την Παρασκευή, μόλις δύο ημέρες πριν ρίξει την ψήφο του, ο Ενρίκο δήλωνε αναποφάσιστος.
Γιατρός και διευθυντής κλινικής, παθιασμένος με την Ελλάδα -έρχεται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο αδιαλείπτως από τη δεκαετία του '80- είναι κατεξοχήν ο τύπος του ψηφοφόρου που ζυγίζει τις αποφάσεις του σαν από την ψήφο του να κρίνεται η τύχη της Ιταλίας.
Τον Μπερλουσκόνι δεν τον συζητούσε ούτε τον Γκρίλο - «αυτός μόνο να καταστρέψει θέλει», μου εξήγησε, «δεν προτείνει τίποτα». Εμενε ο Μπερσάνι, αλλά και γι' αυτόν δεν του πήγαινε εύκολα το χέρι. «Καταλαβαίνεις», μου εξηγούσε θυμωμένος, «έδωσαν τα χρήματα των φορολογουμένων, τα δικά μας χρήματα, για να καλύψουν τις ζημιές της Monte Paschi» - της τράπεζας που βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλων για τα οποία θεωρούνται υπεύθυνα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος.
Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό η λιτότητα προσδιόρισε το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών. Σίγουρα πάντως δεν ήταν ο μόνος παράγοντας. Ενας μεγάλος αριθμός των ψηφοφόρων έχει απαυδήσει με τους πολιτικούς παλιάς κοπής. Κι όσο κι αν κατανοεί τις επιπτώσεις της ψήφου διαμαρτυρίας, δεν του πάει το χέρι να ταυτιστεί με το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Πόσω μάλλον που ο Μπερσάνι θεωρείται κατεξοχήν άνθρωπος των μηχανισμών.
Οι Ιταλοί, έγραφε ένας σχολιαστής, επιλέγουν το κόμμα τους όπως επιλέγουν ποδοσφαιρική ομάδα. Γεγονός που ενδεχομένως βοηθά να καταλάβουμε την αντοχή του Μπερλουσκόνι αλλά και την αδυναμία της Κεντροαριστεράς να εμπνεύσει και να εμφανιστεί ως δύναμη αλλαγής. Δεν αρκούν οι αναλύσεις - όπως ασφαλώς δεν ήταν αρκετές και για τον Μόντι που ανάμεσα σε άλλα κατηγορήθηκε για ελιτισμό.
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει ασφαλώς το ΠΑΣΟΚ σήμερα. Σίγουρα η πολιτική που ακολούθησε στη διετία κόστισε, όπως κόστισαν τα λάθη και οι παλινωδίες της ηγεσίας του. Ομως ακόμα και στον κόσμο που θα ήθελε να επιλέξει την Κεντροαριστερά -και δεν είναι αμελητέος, το αντίθετο- μοιάζει να έχει χάσει την έξωθεν καλή μαρτυρία, εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας παλιάς και εν πολλοίς ξεπερασμένης τάξης πραγμάτων.
Ο κ. Βενιζέλος το καταλαβαίνει πολύ καλά. Γι' αυτό μίλησε για 30άρη αρχηγό, γι' αυτό στο Συνέδριο επανέλαβε να δώσουν οι παλιοί τη θέση τους στους «νέους», γι' αυτό και έβαλε μια επιτροπή νέων επιστημόνων να σχεδιάσει το πρόγραμμα. Κανείς δεν αυταπατάται όμως ότι αρκούν τέτοιες πρωτοβουλίες. Οπως κανείς δεν πιστεύει ότι από μόνο του, όσο θετικό και αν είναι, αρκεί το άνοιγμα σε κινήσεις της Κεντροαριστεράς -που έτσι κι αλλιώς κινούνται εντός των τειχών- για να ανανεωθεί το ΠΑΣΟΚ.
Στην πολιτική βέβαια ισχύει κατεξοχήν η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης: κανείς δεν χρίζεται αρχηγός, ο δρόμος είναι ανοικτός για όποιον μπορεί και θέλει. Την ίδια στιγμή ωστόσο που προσφυώς γράφτηκε ότι ο αρχηγισμός είναι η γεροντική ασθένεια της Κεντρο­αριστεράς, δεν έχει βρεθεί κανείς που να δείχνει ικανός να κάνει μια τέτοια υπέρβαση.
Πολλοί αντιτείνουν ότι τα αρχηγικά κόμματα έχουν πεθάνει, ότι είναι η ώρα για συλλογικές ηγεσίες. Και οι 120.000 που πήραν μέρος στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ είναι μια ισχυρή παρακαταθήκη. Χρειαζόμαστε πράγματι δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα. Η πολιτική ωστόσο τελικά θα είναι πάντα και υπόθεση προσώπων. Ετσι ήταν και έτσι είναι στην Ελλάδα, έτσι ήταν και έτσι είναι και στον υπόλοιπο κόσμο. Και για να έρθουν καινούργια πρόσωπα, για να μπει η νέα γενιά, η σημερινή γενιά οφείλει να καταλάβει ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να αυτοθυσιαστεί!

Ο Γκρίλο και η «έκρηξη» των λαϊκιστών


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ανάδειξη του Μπέπε Γκρίλο -του μεγάλου νικητή των ιταλικών εκλογών- έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο το Ιντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα. Μέσα από αυτά έγινε σε μεγάλο βαθμό η προεκλογική του εκστρατεία και μέσα από αυτά αμφισβητήθηκε το πολιτικό σύστημα.
Κι αυτό δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Κατά κάποιον τρόπο τα κοινωνικά δίκτυα έχουν συμβάλει γενικότερα στην άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη. Ο χώρος της εικονικής πραγματικότητας, η δυνατότητα που προσφέρει για μια επιφανειακή σχέση με την πολιτική, η αδιαμεσολάβητη και πολλοί θα έλεγαν η αβασάνιστη επικοινωνία βοηθούν αυτήν την κουλτούρα της αμφισβήτησης και την επικράτηση ενός πολιτικού λόγου «αληθινού» και «μέσα από την καρδιά» αυτών που συμμετέχουν.
Οι έρευνες που έχουν γίνει μεταξύ των οπαδών αυτών των κομμάτων στο Διαδίκτυο αναδεικνύουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι άνεργοι, τα οικονομικά ωστόσο δεν είναι απαραίτητα ο λόγος που τα επιλέγουν. Το πιο εντυπωσιακό κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η χαμηλή εμπι­στοσύνη στην Ε.Ε. -κάτω από 20% έναντι 44% που είναι ο ευρωπαϊκός μ.ό.- και η ακόμα χαμηλότερη εμπιστοσύνη τους στις κυβερνήσεις.
Ειδικά στην περίπτωση του Μπέπε Γκρίλο, πάντως, φαίνεται πως η ανησυχία για την οικονομία έχει παίξει μεγαλύτερο ρόλο - γεγονός που ενδεχομένως αντανακλά και τις ιδιαί­τερες συνθήκες που επικρατούν στη χώρα. Ακόμα οι οπαδοί του στο Ιντερνετ έχουν περισσότερο κεντροαριστερό προφίλ από ό,τι οι οπαδοί άλλων λαϊκιστικών κομμάτων, γεγονός που αντανακλάται και στο ότι είναι λιγότερο εχθρικοί στη μετανάστευση.

ΕΘΝΟΣ 3.3.13

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013


Οι ταχυδακτυλουργοί του ΣΥΡΙΖΑ



Πριν από λίγες ηµέρες, σε εκδήλωση για την αναµόρφωση του φορολογικού συστήµατος, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Γ. Σταθάκης έκανε έναν απλό συλλογισµό. Αν 200.000 Ελληνες, είπε, πλήρωναν από 20.000 ευρώ, τότε αµέσως θα µπορούσαµε να συγκεντρώσουµε 4 δισεκατοµµύρια - λίγα παραπάνω, δηλαδή, από όσα προσδοκούµε από τον φόρο στα ακίνητα. Και κατά συνέπεια -φαντάζοµαι- δεν θα χρειαζόµασταν πρόσθετα µέτρα.
Ο Γ. Σταθάκης είναι από τους µετριοπαθέστερους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ - στον λόγο του δεν διακρίνει κανείς µισαλλοδοξία και συνοµιλεί µε επιχειρήµατα. Να προσπαθήσουµε, λοιπόν, να επεκτείνουµε τη σκέψη του µπας και τελικά η λύση είναι τόσο απλή.
Με την ίδια λογική του κ. Σταθάκη, αν 400.000 Ελληνες πλήρωναν από 10.000 ευρώ, τότε θα µπορούσαµε να συγκεντρώσουµε πάλι 4 δισεκατοµµύρια και αν 800.000 -όσοι, δηλαδή, είναι οι ελεύθεροι επαγγελµατίες- πλήρωναν από 5.000 ευρώ, τότε θα είχαµε το ίδιο αποτέλεσµα.
Αν ήµασταν τολµηροί θα µπορούσαµε να δούµε πιο ριζικές λύσεις. Αν, για παράδειγµα, και τα 10 εκατοµµύρια των Ελλήνων πληρώναµε από 10.000 ευρώ -όσο ένα αυτοκίνητο µικρού κυβισµού ο καθένας δηλαδή-, τότε εν ριπή οφθαλµού θα µειώναµε το χρέος κατά 50 ολόκληρες µονάδες του ΑΕΠ. Οχι απλώς δεν θα χρειαζόµασταν νέα µέτρα αλλά το χρέος θα πήγαινε στο 120% του ΑΕΠ, θα βγαίναµε από τα Μνηµόνια και θα επιστρέφαµε στις αγορές µετά Βαΐων και κλάδων.
Καλά το καταλάβατε. Δεν πρόκειται για οικονοµική ανάλυση αλλά για την κολοκυθιά. Το λογικό σφάλµα είναι ότι ξεκινάµε από το αποτέλεσµα -πόσα λεφτά θέλουµε- και τα χρεώνουµε σε όσους θέλουµε. Ξεκινάµε από τη λύση, όχι από το πρόβληµα. Ε, δεν πάει έτσι.
Να επιστρέψουµε, όµως, στους 200.000 φορολογουµένους του κ. Σταθάκη. Προφανώς εννοεί αυτήν την οικτρή µειοψηφία των Ελλήνων που έχει εισόδηµα πάνω από 100.000 ευρώ.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία του υπουργείου των Οικονοµικών, είναι µόλις 25.531 άτοµα! Ακόµα και ένας µε εισόδηµα 100.000 ευρώ όµως -ο γράφων υπήρξε ένας εξ αυτών σε άλλες εποχές-, έχει πραγµατικό διαθέσιµο εισόδηµα κοντά στα 50.000 ευρώ. Αν αφαιρεθούν, δηλαδή, ο φόρος (32.000 ευρώ) και οι αλλεπάλληλες έκτακτες εισφορές.
Θα υποθέσουµε, κατά συνέπεια, ότι ο κ. Σταθάκης εννοεί ότι θα πρέπει να πληρώσουν από 20.000 ευρώ όχι αυτοί οι (λίγοι έτσι κι αλλιώς) νοµοταγείς πολίτες αλλά κάποιες άλλες 200.000 πολιτών που φοροδιαφεύγουν.
Για τι ποσά µιλάµε; Με έναν πρόχειρο υπολογισµό, αν πρέπει να πληρώσουν φόρο 4 δισεκατοµµύρια, τότε το εισόδηµα που αντιστοιχεί είναι κατ' ελάχιστον 12 δισεκατοµµύρια µαύρο χρήµα ή περίπου 6% του ΑΕΠ. Εφικτό;
Αν επιστρέψουµε στα στοιχεία του υπουργείου θα δούµε ότι το σύνολο των εισοδηµάτων που δήλωσαν τα φυσικά πρόσωπα είναι 102 δισεκατοµµύρια. Από αυτά όµως, τα 81 δισεκατοµµύρια τα δήλωσαν µισθωτοί και συνταξιούχοι που κατά τεκµήριο δεν είναι εύκολο να φοροδιαφύγουν. Οι υπόλοιποι -γιατροί, δικηγόροι, ελεύθεροι επαγγελµατίες, επιχειρηµατίες, τραγουδιστές- δήλωσαν µόλις 21 δισεκατοµµύρια! Από αυτούς κατά κύριο λόγο -από έναν στους τέσσερις µη µισθωτούς, δηλαδή, για να βρεθούν οι 200.000- πρέπει να αναζητήσει ο κ. Σταθάκης τα 20.000 ευρώ. Και για να το πετύχει θα πρέπει να δηλώσουν τετραπλάσια εισοδήµατα από όσα δηλώνουν σήµερα!
Ως µισθωτός και για λόγους δικαιοσύνης θα ήθελα πολύ ένα τέτοιο εγχείρηµα να πετύχει. Οποιος το θεωρεί απλό ωστόσο, είτε µας κοροϊδεύει είτε αντιµετωπίζει το ζήτηµα επιεικώς επιδερµικά. Είτε είναι ο ΣΥΡΙΖΑ είτε η τρόικα!

ΕΘΝΟΣ 2/3/13

Δικαιοσύνη και ισόβια



Ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος ήταν ένας κακός δήμαρχος. Αυτός, η παρέα του και αρκετοί βαθιά αντιδραστικοί ομοϊδεάτες τους ονειρεύονταν μια φοβική και εσωστρεφή Θεσσαλονίκη που θα αναπαράγει τη μιζέρια της -δηλαδή αυτούς τους ίδιους- στην εξουσία.
Από χθες μάθαμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ένοχος και για ένα από τα πιο ντροπιαστικά αδικήματα για πολιτικό, την κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η καταδίκη του ήταν ένα πολύ καλό και ηχηρό μήνυμα: κανείς, και ο πιο ισχυρός, δεν είναι υπεράνω των νόμων.
Προφανώς, η καταδίκη δεν φτάνει. Οι πολίτες και κατ' εξοχήν οι δημότες Θεσσαλονίκης δικαιολογημένα ζητούν να μάθουν πού πήγαν τα λεφτά. Πλούτισαν μόνο τους ίδιους, χρησιμοποιήθηκαν για τη δημοτική παράταξη ή τι άλλο; Και, βέβαια, να γίνει κάθε προσπάθεια να ανακτηθούν ακόμα και με την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων όσων τα καταχράστηκαν.
Ολα αυτά είναι απαραίτητα για να επικρατήσει πραγματικά αίσθημα δικαιοσύνης, αλλά και για να σταλεί ολοκληρωμένο το μήνυμα όπου χρειάζεται - σε όλους δηλαδή όσοι διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.
Είναι ευτύχημα ότι η νέα δημοτική αρχή του κ. Γιάννη Μπουτάρη έστειλε από την πρώτη στιγμή καθαρό μήνυμα νοικοκυρέματος των οικονομικών. Το ίδιο κάνει και η παράταξη του κ. Γιώργου Καμίνη στην Αθήνα - και εκεί τα σκάνδαλα που ερευνώνται και έχουν πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης φαίνεται πως θα μας εκπλήξουν.
Το ζητούμενο προφανώς δεν είναι μόνο η τιμωρία των ενόχων, αλλά η αποκατάσταση της χρηστής διαχείρισης στους δήμους. Και αυτό θα το κάνει κατ' αρχάς η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αλλά, βέβαια, κρίσιμος είναι και ο ρόλος της δικαιοσύνης. Οχι μόνο για τους δήμους, αλλά συνολικά για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διαφθοράς και μάλιστα σε μια περίοδο κρίσης που η ανοχή της κοινωνίας είναι πια μηδενική.
Τα σημάδια ότι κάτι έχει αλλάξει είναι πολλά. Είναι οι υποθέσεις κατά πολιτικών που προχωράνε, είναι οι φάκελοι για τη φοροδιαφυγή που έχουν σταλεί στις εφορίες, είναι ασφαλώς και οι μεγαλοοφειλέτες που οδηγούνται στη δικαιοσύνη.
Ολα καλά, λοιπόν; Σίγουρα, όχι. Η δυσπιστία της κοινής γνώμης βαθιά και δικαιολογημένη. Στο όνομα της δυσπιστίας, ωστόσο, δεν δικαιολογούνται οι υπερβολές, ιδίως όταν έχουν να κάνουν με ζωές ανθρώπων. Και η βαρύτητα της ποινής στον πρώην δήμαρχο προκαλεί προβληματισμό.
Με αφορμή την ποινή, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ν. Μαρατζίδης έγραψε ότι ζούμε στην εποχή των Ιακωβίνων, ότι «το αίμα φέρνει δίψα για αίμα», ότι η απόφαση θρυμματίζει την ανάγκη αναλογικότητας ποινής-αδικήματος και ότι έχει σημασία η δικαιοσύνη να μην εμφανίζεται ότι εκδικείται, αλλά να παραδειγματίζει.
Για όσους πιστεύουν ότι η ποινή είναι δίκαιη, τα παραπάνω περιττεύουν. Πολλοί ωστόσο -ανάμεσά τους και κάποιοι που σχολίασαν το κείμενο στο Διαδίκτυο- υποστήριξαν ότι αν και υπερβολική, η βαρύτητα της ποινής ήταν αναγκαία για να περάσει το μήνυμα. Αλλά τότε είναι δίκαιη;
Στο βιβλίο του περί δικαιοσύνης ο φιλόσοφος Μάικλ Σαντέλ μεταφέρει το διήγημα της Ούρσουλα Γκουίν για μια φανταστική πόλη που ζει ευτυχισμένη - η ευτυχία της, όμως, στηρίζεται στο ότι ένα μικρό παιδί ζει φυλακισμένο σε άθλιες συνθήκες σε ένα υπόγειο. Αν το ελευθερώσουν, γνωρίζουν όλοι ότι η ευτυχία τους θα χαθεί.
Είναι ηθικά σωστό να παραβιάζουμε τα δικαιώματα ενός ατόμου χάριν της ευημερίας των πολλών είναι το ερώτημα που θέτει.

1/3/13

Η κατώτατη λογική!



Καθόλου δεν καταλαβαίνω τη Νέα Δημοκρατία που επικρίνει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις δηλώσεις στελεχών του σχετικά με τη «σταδιακή» αποκατάσταση των μισθών. Δηλαδή, τι διαφορετικό λένε από την περίφημη συμφωνία των τριών εταίρων της κυβέρνησης -το κουρελόχαρτο κατά τον κ. Σκανδαλίδη- για σταδιακή αποκατάσταση των αδικιών σε βάρος μισθωτών και συνταξιούχων;
Με αυτή την έννοια η αναγνώριση του ΣΥΡΙΖΑ για σταδιακή αποκατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί προσχώρηση στον ρεαλισμό - στον ίδιο ρεαλισμό που προσχώρησε αμέσως μετά τις εκλογές και η κυβέρνηση. Αλλά ποιος ρεαλισμός είναι αυτός;
Η μαγική έκφραση σε αυτού του είδους τις διευκρινίσεις είναι συνήθως το «σε βάθος τετραετίας». Υπάρχει λόγος. Οταν λες τετραετία μεταθέτεις μεν το πρόβλημα στο μέλλον, μπορείς να ισχυριστείς ωστόσο ότι δεν το παραπέμπεις στις καλένδες - η υπόσχεση προβλέπεται να υλοποιηθεί στη διάρκεια ζωής της συγκεκριμένης Βουλής. Αλλο, βέβαια, αν οι εκλογές ποτέ δεν γίνονται με τη συμπλήρωση τετραετίας.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν επικοινωνιακό και μόνο ρεαλισμό. Υπόσχεσαι, αλλά και δεν υπόσχεσαι. Λες το «θα», αλλά διατηρείς και τη σοβαρότητά σου - ή μάλλον τις οδούς διαφυγής. Ετσι παίζεται χρόνια τώρα το παιχνίδι στην Ελλάδα, έτσι το παίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι μόνοι που δεν μπορούν να διαμαρτύρονται είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.
Αλλωστε, καλύτερα να λες «σταδιακά» παρά εκείνο το με «έναν νόμο» του κ. Τσίπρα που (θα έπρεπε να) γέλαγαν και οι πέτρες. Επ' αυτού, βέβαια, οι διατυπώσεις των κ. Δραγασάκη και Σκουρλέτη έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί, τι είπαν; Οτι το μέγεθος της ύφεσης βάζει σε αμφιβολία τη δυνατότητα αποκατάστασης ακόμα και του κατώτατου μισθού.
Με ύφεση 6% πολύ φοβάμαι ότι δεν θα έχει νόημα να μιλάμε για κατώτατο μισθό είπε ο κ. Δραγασάκης. Θα αναφερόταν προφανώς στην αγορά εργασίας όπου οι μισθοί είναι ακόμα χειρότεροι.
Αυτή και αν είναι παραχώρηση στον ρεαλισμό. Γιατί, τι λένε; Οχι μόνο ότι δεν θα αποκατασταθεί ο μισθός με νόμο, αλλά ότι η αποκατάστασή του δεν είναι καν θέμα νόμου αλλά συνάρτηση των πραγματικών αντοχών της οικονομίας!
Το επόμενο βήμα είναι να μας πουν ποιες είναι οι αντοχές αυτές. Επικίνδυνα πράγματα, δηλαδή, γιατί μπορεί να αρχίσουν να συγκρίνουν με τους κατώτατους μισθούς των ανταγωνιστριών χωρών. Κι εκεί που πήγαν διαμαρτυρόμενοι να καταλάβουν το γραφείο του γραμματέα του υπουργείου Οικονομικών κ. Μέργου, να αρχίσουν να συμφωνούν μαζί του!
Να είμαστε, βέβαια, δίκαιοι. Αυτά δεν τα είπαν για να δικαιολογήσουν τους κατώτατους μισθούς, αλλά για να στηρίξουν την άποψη ότι χρειάζεται ανάκαμψη της οικονομίας για να σταματήσει η κατρακύλα. Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε ρεαλισμός ούτε πολιτική, αλλά μια αυτονόητη ευχή με την οποία όλοι θα συμφωνήσουμε.
Το ζητούμενο είναι να μας εξηγήσουν κάποτε με ποιο τρόπο θα βγούμε από την ύφεση και τι θα έκαναν διαφορετικά. Μέχρι στιγμής η πολιτική που υποστηρίζουν δεν είναι κατά της λιτότητας - αντιθέτως, η απαλλαγή από το Μνημόνιο προϋποθέτει μηδενισμό των πρωτογενών ελλειμμάτων.
Απλώς υποστηρίζουν μια «άλλη» λιτότητα όπου θα πληρώσουν όσοι σήμερα δεν πληρώνουν φόρο - νόμιμα ή παράνομα. Σε μεγάλο βαθμό ό,τι λέει και το ΔΝΤ, δηλαδή. Αλλά για ανάπτυξη ούτε λόγος. Μέχρι τότε, μέχρι να αρχίσουν δηλαδή να μιλάνε συγκεκριμένα και με προτάσεις, κάθε επίκληση του ρεαλισμού θα είναι προσχηματική. Αν δεν είναι απλώς κατάληψη θέσης στην εσωκομματική σκακιέρα.

28/2/13

Το τέλος του ευρώ;



Αν υποψιαστώ ότι οι Ιταλοί ψηφίζουν χειρότερα από μας, θα πεθάνω, έγραφε χθες το Facebook. Τελικά, ψήφισαν και πολύ χειρότερα. Το 50% αμφισβήτησε το ευρώ και στήριξε είτε έναν κλόουν είτε έναν πολιτικό που φέρεται σαν κλόουν. Μαζί είπαν όχι στη λιτότητα και το 25% είπε όχι και στους πολιτικούς. Το «μπούνγκα μπούνγκα», η φοροδιαφυγή και οι εκκρεμότητες με τη δικαιοσύνη αποδείχτηκαν άνευ σημασίας λεπτομέρειες.
Και ο Μόντι; Αυτός και αν αποδοκιμάστηκε. Εδώ θα πείτε κοτζάμ Γκορμπατσόφ είχε χάσει από τον Γιέλτσιν, ο προφεσόρε θα γλίτωνε που θεωρήθηκε τοποτηρητής της Μέρκελ;
Για να μη μιλήσουμε για τους φόρους. Στοιχειώδες. Τώρα, όμως, τι κάνουμε; Συνεχίζουμε σαν να μην άλλαξε τίποτα; Επιστρέφουμε στο ταμείο και ζητάμε αλλαγή; Τα ερωτήματα είναι πολλά.
Ερώτημα πρώτον: Είχαν δίκιο οι ψηφοφόροι; Και ναι και όχι, αλλά πάντως αυτοί έχουν τα λεφτά, δηλαδή την ψήφο. Ναι, γιατί βέβαια αν είσαι άνεργος ή δεν τα βγάζεις πέρα, έχεις κάθε λόγο να αποδοκιμάσεις τους πολιτικούς, ιδίως αν τους θεωρείς κλέφτες. Οχι, γιατί βέβαια με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα τα πράγματα στην Ιταλία θα γίνουν χειρότερα μάλλον παρά καλύτερα.
Ερώτημα δεύτερον: Μήπως είχε δίκιο η Μέρκελ; Και ναι και όχι, αλλά πάντως αυτή έχει τα πραγματικά λεφτά. Ναι, γιατί σωστά επιμένει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων στις οικονομίες του Νότου, καθώς και στην ανάγκη θεσμικών αλλαγών στην Ευρώπη. Οχι, γιατί με την πολιτική της λιτότητας που έχει επιβάλει, όχι μόνο υπονομεύει τις μεταρρυθμίσεις, αλλά μπορεί να οδηγήσει και την ΕΕ στη διάλυση.
Ερώτημα τρίτο: Και τώρα τι, ναι μεν αλλά; Δυστυχώς, ναι. Γιατί η πολιτική δεν κινείται με βεβαιότητες, αλλά με το απρόοπτο. Και το απρόοπτο έχει γίνει πια πολύ πιθανό. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια βέβαιο ότι η Ευρώπη θα μπορεί να κρύβει τα προβλήματά της κάτω από το χαλί με τεχνοκρατικές συμφωνίες κορυφής που θεωρούν δεδομένη την πορεία προς την ενοποίηση.
Μπορεί να κλωτσήσουν οι χώρες του Νότου που υποφέρουν, μπορεί οι χώρες του Βορρά που βάζουν τα χρήματα. Ετσι κι αλλιώς, αν δεν υπάρξει μια νέα δυναμική ή αν καταρρεύσει η κοινοτική αλληλεγγύη, το πείραμα ευρώ δεν θα έχει τύχη.
Ερώτημα τέταρτο: Είμαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι να περάσουμε από τον λαϊκισμό; Με αφορμή τις ιταλικές εκλογές, ένας σχολιαστής σημείωσε ότι για να καταλάβεις την Ιταλία βοηθά η άποψη του Μουσολίνι ότι όλα είναι μια ψευδαίσθηση, όλα είναι στο μυαλό. Ακόμα και ο Μουσολίνι, ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι κάποτε υποχρεώνεσαι να προσγειωθείς στην πραγματικότητα.
Που πάει να πει ότι στο τέλος αυτής της ιστορίας, η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το ερώτημα είναι τι θα έχει χαθεί στη διαδρομή, ποια από όλα αυτά που έως σήμερα θεωρούσαμε δεδομένα θα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ερώτημα πέμπτο: Και η Ελλάδα; Η περίοδος της μεταπολίτευσης, όσο και αν έχει συκοφαντηθεί, ήταν η καλύτερη στη σύγχρονη Ιστορία μας. Συστατικά της στοιχεία ήταν η απρόσκοπτη λειτουργία της Δημοκρατίας, η ευρωπαϊκή ταυτότητα, αλλά και η ραγδαία βελτίωση των εισοδημάτων των ασθενέστερων τάξεων.
Είμαστε σε θέση να υπερασπιστούμε αυτά τα κεκτημένα; Θέλουμε να τα υπερασπιστούμε; Και ακόμα περισσότερο, με μια Ευρώπη σε κρίση ταυτότητας θα έχουμε την εσωτερική συνοχή και την αντοχή που χρειάζεται; Προσδεθείτε, έρχονται αναταράξεις!

27/2/13

Η ιδιωτικοποίηση του κράτους



Το θέατρο του Μεγάρου Μουσικής ήταν κατάμεστο. Το θέμα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον: χωρίς διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη. Και το πιο θερμό χειροκρότημα το εισέπραξε ο καθηγητής κ. Χαρίδημος Τσούκας με μια απλή και άμεσα κατανοητή θέση. Το πρόβλημα του δημόσιου τομέα, είπε, είναι ότι αποτελεί υποχείριο της πολιτικής εξουσίας. Αν εμπιστευτούμε τη διοίκηση κι ακόμα και οι γενικοί γραμματείς του υπουργείου προέρχονται από την υπαλληλική ιεραρχία, τότε το πρόβλημα θα λυθεί.
Με τη θέση του κ. Τσούκα συμφώνησε και ο Ευρωπαίος μεσολαβητής κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος. Ο οποίος, ωστόσο, έδωσε δύο παραδείγματα κακοδιοίκησης που μάλλον υπονομεύουν αυτήν τη θέση. Το πρώτο από τον χώρο των πανεπιστημίων, επισημαίνοντας πως συνάδελφοί του καθηγητές έδωσαν μάχη κατά της αξιολόγησης. Αν και δεν τους ανέφερε, οι λόγοι είναι προφανείς: η ανεπάρκεια πολλών για τη θέση που κατέχουν και η κατανομή των διόλου ευκαταφρόνητων κονδυλίων για την έρευνα.
Το δεύτερο παράδειγμα που έφερε ο κ. Διαμαντούρος αφορά τον χώρο της Δικαιοσύνης. Τον μεγάλο ασθενή της διοίκησης κατά την τρόικα, που αποτελεί βασική τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Αναφέρθηκε σε αποφάσεις δικαστηρίων που μπαίνουν ανεπίτρεπτα στα χωράφια της πολιτικής - προκαλώντας, μάλιστα, την επιδοκιμασία του παρόντος αντιπροέδρου του ΣτΕ.
Ποιες αποφάσεις είχε στον νου του δεν είναι σαφές, μπορούμε να φανταστούμε πολλές. Θα αρκούσε απλώς να είχε αναφερθεί σε ανατριχιαστικές δηλώσεις συνδικαλιστών που απειλούσαν ευθέως την κυβέρνηση ότι αν δεν δεχθεί τα αιτήματά τους, περίπου θα έβγαζαν αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις που προκύπτουν από το Μνημόνιο!
Το ενδιαφέρον στα παραδείγματα του κ. Διαμαντούρου είναι ότι και τα δύο αναφέρονται σε κλάδους των οποίων η αυτονομία είναι και θεσμικά κατοχυρωμένη απέναντι στην κυβέρνηση. Δεν είναι οι πολιτικές παρεμβάσεις που έφεραν την κακοδιοίκηση.
Το αντίθετο. Υπάρχουν, φυσικά, και άλλα. Οπως οι επιστημονικές επιτροπές των γιατρών στα νοσοκομεία που είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την κακοδιαχείριση με τα υλικά, τις άχρηστες εξετάσεις που παραπέμπονται σε ιδιώτες ή ακόμα τις άχρηστες εγχειρήσεις - στην Ελλάδα είχαμε διπλάσιες επεμβάσεις ανοικτής καρδιάς από την υπόλοιπη Ευρώπη. Εχετε ακούσει ποτέ να κάνουν κάτι;
Οι εφορίες είναι ένας άλλος χώρος όπου μάλιστα υπάρχει διακομματική συνδικαλιστική συναίνεση για την υπεράσπιση του σημερινού καθεστώτος και από κοντά ακολουθούν οι πολεοδομίες, ακόμα και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες, όπως μάθαμε πρόσφατα, με τις συντάξεις-μαϊμού.
Με δυο λόγια, αυτό που έχει συμβεί -και πρώτος το επισήμανε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ασχέτως των ευθυνών που και ο ίδιος είχε- είναι ότι σε μεγάλο βαθμό το κράτος το έχουν ιδιοποιηθεί συμφέροντα και συντεχνίες. Και αν δεν το επανακτήσουμε ως κοινωνία, ούτε ανάπτυξη θα έχουμε ούτε Δημοκρατία. Γιατί προϋπόθεση και των δύο είναι η ύπαρξη ισχυρού και λειτουργικού κράτους.
Προφανώς δεν μπορεί να υπάρξει αξιοκρατία με κομματικές παρεμβάσεις. Κλείνουμε τα μάτια στο πρόβλημα, ωστόσο, αν πιστεύουμε ότι αρκεί να αποχωρήσουν οι πολιτικοί για να γίνουν όλα καλά. Αντιθέτως είναι κατεξοχήν πολιτική υπόθεση να δώσουμε τη μάχη της εξυγίανσης - γιατί περί μάχης πρόκειται και μάλιστα διαρκείας.
Σε ένα, ωστόσο, η παρέμβαση του κ. Τσούκα είχε ιδιαίτερη επικαιρότητα. Στην απροθυμία της σημερινής κυβέρνησης να δώσει αυτήν τη μάχη στο πλαίσιο μιας λογική τρικομματικής κατανομής των διορισμών. Είπαμε, θα νοσταλγήσουμε το «open gov»...

26/2/13

Πόση δημοκρατία θέλουμε;



Πρώτα έκαναν την εμφάνισή τους οι «δεν πληρώνω» κατεβάζοντας τις μπάρες στα διόδια και πιο πρόσφατα, έξω από τις εφορίες καλώντας τους πολίτες να μην εκπληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Μετά ήρθαν οι «αγανακτισμένοι», όπου ανάμεσα στις μούντζες και τις κρεμάλες ζητούσαν την καθιέρωση της άμεσης δημοκρατίας.
Σήμερα όλοι, κόμματα και συνταγματολόγοι, φλερτάρουν λίγο-πολύ με θεσμούς άμεσης έκφρασης της λαϊκής βούλησης όπως τα δημοψηφίσματα. Είναι, όμως, αυτή η διέξοδος στην κρίση του πολιτικού συστήματος; Και θα βοηθήσουν τη χώρα να ξεπεράσει την κρίση;
Η απάντηση με μια λέξη -όσα υπέρ ή κατά κι αν επικαλεστούμε- θα πρέπει να είναι ένα κατηγορηματικό όχι. Για τον απλό λόγο ότι στην πραγματικότητα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι καθόλου? απλά. Κι ένα ναι ή ένα όχι, όσο σημαντικό και αν είναι το ερώτημα που θα τεθεί, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα αλλά αντιθέτως μπορεί να μας οδηγήσει σε αδιέξοδο.
Πάρτε για παράδειγμα το Μνημόνιο, το κορυφαίο ζήτημα αντιπαράθεσης την τελευταία τριετία. Πολλοί είχαν φλερτάρει με την ιδέα του δημοψηφίσματος το 2010 ακόμα και μέσα στο ΠΑΣΟΚ που κατανοούσαν το πολιτικό κόστος και ήθελαν τη λαϊκή «νομιμοποίηση» της πολιτικής τους. Eνα όχι, όμως, τότε τι θα σήμαινε; Μπορεί νέες διαπραγματεύσεις, μπορεί όμως και χρεοκοπία - κάτι που ασφαλώς δεν θα ήταν στις προθέσεις των ψηφοφόρων.
Κι αυτό, το ζήτημα δηλαδή της «ετερογονίας των σκοπών» όπως θα έλεγαν οι θεωρητικοί, οι παράπλευρες απώλειες όπως θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της άμεσης δημοκρατίας. Μιας ψήφου δηλαδή που, όπως κάθε πολιτική απόφαση, υποτάσσεται σε μια (τυχαία;) συγκυρία, στη συνέχεια ωστόσο έχει τέτοια νομιμοποίηση που δεν μπορεί να ανατραπεί.
Το έζησαν πολύ καλά στην Καλιφόρνια όταν οι εκεί «δεν πληρώνω» -πλούσιοι και συντηρητικοί- κατάφεραν το 1978, με δημοψήφισμα, να περάσουν έναν νόμο που έβαζε όριο 1% στον φόρο των ακινήτων και όριζε απαραίτητη πλειοψηφία δύο τρίτων των βουλευτών προκειμένου να επιβληθεί οποιαδήποτε αύξηση της φορολογίας.
Τον νόμο αυτόν κατάφεραν να τον αλλάξουν, με νέο δημοψήφισμα, μόλις πριν από λίγους μήνες, 34 δηλαδή χρόΠνια μετά. Στο μεταξύ, η Καλιφόρνια, ενώ ήταν μία από τις πολιτείες με το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, βρέθηκε να είναι μία από τις τελευταίες, οι υποδομές της έχουν καταρρεύσει, έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο χρέος και κατά καιρούς οι δημόσιες υπηρεσίες της κατεβάζουν ρολά από την έλλειψη χρημάτων.
Αν ακολουθούσαμε τα γκάλοπ -«το βασίλειο της άμεσης δημοκρατίας» τις έχει χαρακτηρίσει ο συνταγματολόγος κ. Ν. Αλιβιζάτος-, κάτι ανάλογο θα προέκυπτε σήμερα στη χώρα μας. Κι όχι μόνο για τους φόρους. Οι γονείς σε σχολείο των Βορείων Προαστίων ψήφισαν προ μηνών να μη δέχονται τσιγγανάκια στις τάξεις, ενώ μπορούμε εύκολα να φανταστούμε το αποτέλεσμα αν ποτέ πρέπει να αποφασίσουν οι κάτοικοι για την κατασκευή χωματερής στην περιοχή τους.
Το επίσης παράδοξο είναι ότι ενώ η άμεση δημοκρατία προβάλλεται ως λύση, την ίδια στιγμή ζητάμε από τους πολιτικούς μας να μην κοιτάζουν το πολιτικό κόστος αλλά να υπηρετούν ανεπηρέαστοι το δημόσιο συμφέρον.
Μέσα μας, φυσικά, δεν υπάρχει η παραμικρή αντίφαση. Γι' αυτό άλλωστε συνήθως, ό,τι κι αν λέμε για το αντίθετο, επιβραβεύουμε τους πολιτικούς που μας γίνονται αρεστοί. Ο πειρασμός, ωστόσο, να βρίσκουμε εν γνώσει μας εξωπραγματικές αλλά εύκολες και αρεστές λύσεις είναι ακατανίκητος.

25/2/13