Σάββατο 2 Μαρτίου 2013


Η κατώτατη λογική!



Καθόλου δεν καταλαβαίνω τη Νέα Δημοκρατία που επικρίνει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις δηλώσεις στελεχών του σχετικά με τη «σταδιακή» αποκατάσταση των μισθών. Δηλαδή, τι διαφορετικό λένε από την περίφημη συμφωνία των τριών εταίρων της κυβέρνησης -το κουρελόχαρτο κατά τον κ. Σκανδαλίδη- για σταδιακή αποκατάσταση των αδικιών σε βάρος μισθωτών και συνταξιούχων;
Με αυτή την έννοια η αναγνώριση του ΣΥΡΙΖΑ για σταδιακή αποκατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί προσχώρηση στον ρεαλισμό - στον ίδιο ρεαλισμό που προσχώρησε αμέσως μετά τις εκλογές και η κυβέρνηση. Αλλά ποιος ρεαλισμός είναι αυτός;
Η μαγική έκφραση σε αυτού του είδους τις διευκρινίσεις είναι συνήθως το «σε βάθος τετραετίας». Υπάρχει λόγος. Οταν λες τετραετία μεταθέτεις μεν το πρόβλημα στο μέλλον, μπορείς να ισχυριστείς ωστόσο ότι δεν το παραπέμπεις στις καλένδες - η υπόσχεση προβλέπεται να υλοποιηθεί στη διάρκεια ζωής της συγκεκριμένης Βουλής. Αλλο, βέβαια, αν οι εκλογές ποτέ δεν γίνονται με τη συμπλήρωση τετραετίας.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν επικοινωνιακό και μόνο ρεαλισμό. Υπόσχεσαι, αλλά και δεν υπόσχεσαι. Λες το «θα», αλλά διατηρείς και τη σοβαρότητά σου - ή μάλλον τις οδούς διαφυγής. Ετσι παίζεται χρόνια τώρα το παιχνίδι στην Ελλάδα, έτσι το παίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι μόνοι που δεν μπορούν να διαμαρτύρονται είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.
Αλλωστε, καλύτερα να λες «σταδιακά» παρά εκείνο το με «έναν νόμο» του κ. Τσίπρα που (θα έπρεπε να) γέλαγαν και οι πέτρες. Επ' αυτού, βέβαια, οι διατυπώσεις των κ. Δραγασάκη και Σκουρλέτη έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί, τι είπαν; Οτι το μέγεθος της ύφεσης βάζει σε αμφιβολία τη δυνατότητα αποκατάστασης ακόμα και του κατώτατου μισθού.
Με ύφεση 6% πολύ φοβάμαι ότι δεν θα έχει νόημα να μιλάμε για κατώτατο μισθό είπε ο κ. Δραγασάκης. Θα αναφερόταν προφανώς στην αγορά εργασίας όπου οι μισθοί είναι ακόμα χειρότεροι.
Αυτή και αν είναι παραχώρηση στον ρεαλισμό. Γιατί, τι λένε; Οχι μόνο ότι δεν θα αποκατασταθεί ο μισθός με νόμο, αλλά ότι η αποκατάστασή του δεν είναι καν θέμα νόμου αλλά συνάρτηση των πραγματικών αντοχών της οικονομίας!
Το επόμενο βήμα είναι να μας πουν ποιες είναι οι αντοχές αυτές. Επικίνδυνα πράγματα, δηλαδή, γιατί μπορεί να αρχίσουν να συγκρίνουν με τους κατώτατους μισθούς των ανταγωνιστριών χωρών. Κι εκεί που πήγαν διαμαρτυρόμενοι να καταλάβουν το γραφείο του γραμματέα του υπουργείου Οικονομικών κ. Μέργου, να αρχίσουν να συμφωνούν μαζί του!
Να είμαστε, βέβαια, δίκαιοι. Αυτά δεν τα είπαν για να δικαιολογήσουν τους κατώτατους μισθούς, αλλά για να στηρίξουν την άποψη ότι χρειάζεται ανάκαμψη της οικονομίας για να σταματήσει η κατρακύλα. Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε ρεαλισμός ούτε πολιτική, αλλά μια αυτονόητη ευχή με την οποία όλοι θα συμφωνήσουμε.
Το ζητούμενο είναι να μας εξηγήσουν κάποτε με ποιο τρόπο θα βγούμε από την ύφεση και τι θα έκαναν διαφορετικά. Μέχρι στιγμής η πολιτική που υποστηρίζουν δεν είναι κατά της λιτότητας - αντιθέτως, η απαλλαγή από το Μνημόνιο προϋποθέτει μηδενισμό των πρωτογενών ελλειμμάτων.
Απλώς υποστηρίζουν μια «άλλη» λιτότητα όπου θα πληρώσουν όσοι σήμερα δεν πληρώνουν φόρο - νόμιμα ή παράνομα. Σε μεγάλο βαθμό ό,τι λέει και το ΔΝΤ, δηλαδή. Αλλά για ανάπτυξη ούτε λόγος. Μέχρι τότε, μέχρι να αρχίσουν δηλαδή να μιλάνε συγκεκριμένα και με προτάσεις, κάθε επίκληση του ρεαλισμού θα είναι προσχηματική. Αν δεν είναι απλώς κατάληψη θέσης στην εσωκομματική σκακιέρα.

28/2/13

Το τέλος του ευρώ;



Αν υποψιαστώ ότι οι Ιταλοί ψηφίζουν χειρότερα από μας, θα πεθάνω, έγραφε χθες το Facebook. Τελικά, ψήφισαν και πολύ χειρότερα. Το 50% αμφισβήτησε το ευρώ και στήριξε είτε έναν κλόουν είτε έναν πολιτικό που φέρεται σαν κλόουν. Μαζί είπαν όχι στη λιτότητα και το 25% είπε όχι και στους πολιτικούς. Το «μπούνγκα μπούνγκα», η φοροδιαφυγή και οι εκκρεμότητες με τη δικαιοσύνη αποδείχτηκαν άνευ σημασίας λεπτομέρειες.
Και ο Μόντι; Αυτός και αν αποδοκιμάστηκε. Εδώ θα πείτε κοτζάμ Γκορμπατσόφ είχε χάσει από τον Γιέλτσιν, ο προφεσόρε θα γλίτωνε που θεωρήθηκε τοποτηρητής της Μέρκελ;
Για να μη μιλήσουμε για τους φόρους. Στοιχειώδες. Τώρα, όμως, τι κάνουμε; Συνεχίζουμε σαν να μην άλλαξε τίποτα; Επιστρέφουμε στο ταμείο και ζητάμε αλλαγή; Τα ερωτήματα είναι πολλά.
Ερώτημα πρώτον: Είχαν δίκιο οι ψηφοφόροι; Και ναι και όχι, αλλά πάντως αυτοί έχουν τα λεφτά, δηλαδή την ψήφο. Ναι, γιατί βέβαια αν είσαι άνεργος ή δεν τα βγάζεις πέρα, έχεις κάθε λόγο να αποδοκιμάσεις τους πολιτικούς, ιδίως αν τους θεωρείς κλέφτες. Οχι, γιατί βέβαια με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα τα πράγματα στην Ιταλία θα γίνουν χειρότερα μάλλον παρά καλύτερα.
Ερώτημα δεύτερον: Μήπως είχε δίκιο η Μέρκελ; Και ναι και όχι, αλλά πάντως αυτή έχει τα πραγματικά λεφτά. Ναι, γιατί σωστά επιμένει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων στις οικονομίες του Νότου, καθώς και στην ανάγκη θεσμικών αλλαγών στην Ευρώπη. Οχι, γιατί με την πολιτική της λιτότητας που έχει επιβάλει, όχι μόνο υπονομεύει τις μεταρρυθμίσεις, αλλά μπορεί να οδηγήσει και την ΕΕ στη διάλυση.
Ερώτημα τρίτο: Και τώρα τι, ναι μεν αλλά; Δυστυχώς, ναι. Γιατί η πολιτική δεν κινείται με βεβαιότητες, αλλά με το απρόοπτο. Και το απρόοπτο έχει γίνει πια πολύ πιθανό. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια βέβαιο ότι η Ευρώπη θα μπορεί να κρύβει τα προβλήματά της κάτω από το χαλί με τεχνοκρατικές συμφωνίες κορυφής που θεωρούν δεδομένη την πορεία προς την ενοποίηση.
Μπορεί να κλωτσήσουν οι χώρες του Νότου που υποφέρουν, μπορεί οι χώρες του Βορρά που βάζουν τα χρήματα. Ετσι κι αλλιώς, αν δεν υπάρξει μια νέα δυναμική ή αν καταρρεύσει η κοινοτική αλληλεγγύη, το πείραμα ευρώ δεν θα έχει τύχη.
Ερώτημα τέταρτο: Είμαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι να περάσουμε από τον λαϊκισμό; Με αφορμή τις ιταλικές εκλογές, ένας σχολιαστής σημείωσε ότι για να καταλάβεις την Ιταλία βοηθά η άποψη του Μουσολίνι ότι όλα είναι μια ψευδαίσθηση, όλα είναι στο μυαλό. Ακόμα και ο Μουσολίνι, ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι κάποτε υποχρεώνεσαι να προσγειωθείς στην πραγματικότητα.
Που πάει να πει ότι στο τέλος αυτής της ιστορίας, η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το ερώτημα είναι τι θα έχει χαθεί στη διαδρομή, ποια από όλα αυτά που έως σήμερα θεωρούσαμε δεδομένα θα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ερώτημα πέμπτο: Και η Ελλάδα; Η περίοδος της μεταπολίτευσης, όσο και αν έχει συκοφαντηθεί, ήταν η καλύτερη στη σύγχρονη Ιστορία μας. Συστατικά της στοιχεία ήταν η απρόσκοπτη λειτουργία της Δημοκρατίας, η ευρωπαϊκή ταυτότητα, αλλά και η ραγδαία βελτίωση των εισοδημάτων των ασθενέστερων τάξεων.
Είμαστε σε θέση να υπερασπιστούμε αυτά τα κεκτημένα; Θέλουμε να τα υπερασπιστούμε; Και ακόμα περισσότερο, με μια Ευρώπη σε κρίση ταυτότητας θα έχουμε την εσωτερική συνοχή και την αντοχή που χρειάζεται; Προσδεθείτε, έρχονται αναταράξεις!

27/2/13

Η ιδιωτικοποίηση του κράτους



Το θέατρο του Μεγάρου Μουσικής ήταν κατάμεστο. Το θέμα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον: χωρίς διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη. Και το πιο θερμό χειροκρότημα το εισέπραξε ο καθηγητής κ. Χαρίδημος Τσούκας με μια απλή και άμεσα κατανοητή θέση. Το πρόβλημα του δημόσιου τομέα, είπε, είναι ότι αποτελεί υποχείριο της πολιτικής εξουσίας. Αν εμπιστευτούμε τη διοίκηση κι ακόμα και οι γενικοί γραμματείς του υπουργείου προέρχονται από την υπαλληλική ιεραρχία, τότε το πρόβλημα θα λυθεί.
Με τη θέση του κ. Τσούκα συμφώνησε και ο Ευρωπαίος μεσολαβητής κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος. Ο οποίος, ωστόσο, έδωσε δύο παραδείγματα κακοδιοίκησης που μάλλον υπονομεύουν αυτήν τη θέση. Το πρώτο από τον χώρο των πανεπιστημίων, επισημαίνοντας πως συνάδελφοί του καθηγητές έδωσαν μάχη κατά της αξιολόγησης. Αν και δεν τους ανέφερε, οι λόγοι είναι προφανείς: η ανεπάρκεια πολλών για τη θέση που κατέχουν και η κατανομή των διόλου ευκαταφρόνητων κονδυλίων για την έρευνα.
Το δεύτερο παράδειγμα που έφερε ο κ. Διαμαντούρος αφορά τον χώρο της Δικαιοσύνης. Τον μεγάλο ασθενή της διοίκησης κατά την τρόικα, που αποτελεί βασική τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Αναφέρθηκε σε αποφάσεις δικαστηρίων που μπαίνουν ανεπίτρεπτα στα χωράφια της πολιτικής - προκαλώντας, μάλιστα, την επιδοκιμασία του παρόντος αντιπροέδρου του ΣτΕ.
Ποιες αποφάσεις είχε στον νου του δεν είναι σαφές, μπορούμε να φανταστούμε πολλές. Θα αρκούσε απλώς να είχε αναφερθεί σε ανατριχιαστικές δηλώσεις συνδικαλιστών που απειλούσαν ευθέως την κυβέρνηση ότι αν δεν δεχθεί τα αιτήματά τους, περίπου θα έβγαζαν αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις που προκύπτουν από το Μνημόνιο!
Το ενδιαφέρον στα παραδείγματα του κ. Διαμαντούρου είναι ότι και τα δύο αναφέρονται σε κλάδους των οποίων η αυτονομία είναι και θεσμικά κατοχυρωμένη απέναντι στην κυβέρνηση. Δεν είναι οι πολιτικές παρεμβάσεις που έφεραν την κακοδιοίκηση.
Το αντίθετο. Υπάρχουν, φυσικά, και άλλα. Οπως οι επιστημονικές επιτροπές των γιατρών στα νοσοκομεία που είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την κακοδιαχείριση με τα υλικά, τις άχρηστες εξετάσεις που παραπέμπονται σε ιδιώτες ή ακόμα τις άχρηστες εγχειρήσεις - στην Ελλάδα είχαμε διπλάσιες επεμβάσεις ανοικτής καρδιάς από την υπόλοιπη Ευρώπη. Εχετε ακούσει ποτέ να κάνουν κάτι;
Οι εφορίες είναι ένας άλλος χώρος όπου μάλιστα υπάρχει διακομματική συνδικαλιστική συναίνεση για την υπεράσπιση του σημερινού καθεστώτος και από κοντά ακολουθούν οι πολεοδομίες, ακόμα και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες, όπως μάθαμε πρόσφατα, με τις συντάξεις-μαϊμού.
Με δυο λόγια, αυτό που έχει συμβεί -και πρώτος το επισήμανε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ασχέτως των ευθυνών που και ο ίδιος είχε- είναι ότι σε μεγάλο βαθμό το κράτος το έχουν ιδιοποιηθεί συμφέροντα και συντεχνίες. Και αν δεν το επανακτήσουμε ως κοινωνία, ούτε ανάπτυξη θα έχουμε ούτε Δημοκρατία. Γιατί προϋπόθεση και των δύο είναι η ύπαρξη ισχυρού και λειτουργικού κράτους.
Προφανώς δεν μπορεί να υπάρξει αξιοκρατία με κομματικές παρεμβάσεις. Κλείνουμε τα μάτια στο πρόβλημα, ωστόσο, αν πιστεύουμε ότι αρκεί να αποχωρήσουν οι πολιτικοί για να γίνουν όλα καλά. Αντιθέτως είναι κατεξοχήν πολιτική υπόθεση να δώσουμε τη μάχη της εξυγίανσης - γιατί περί μάχης πρόκειται και μάλιστα διαρκείας.
Σε ένα, ωστόσο, η παρέμβαση του κ. Τσούκα είχε ιδιαίτερη επικαιρότητα. Στην απροθυμία της σημερινής κυβέρνησης να δώσει αυτήν τη μάχη στο πλαίσιο μιας λογική τρικομματικής κατανομής των διορισμών. Είπαμε, θα νοσταλγήσουμε το «open gov»...

26/2/13

Πόση δημοκρατία θέλουμε;



Πρώτα έκαναν την εμφάνισή τους οι «δεν πληρώνω» κατεβάζοντας τις μπάρες στα διόδια και πιο πρόσφατα, έξω από τις εφορίες καλώντας τους πολίτες να μην εκπληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Μετά ήρθαν οι «αγανακτισμένοι», όπου ανάμεσα στις μούντζες και τις κρεμάλες ζητούσαν την καθιέρωση της άμεσης δημοκρατίας.
Σήμερα όλοι, κόμματα και συνταγματολόγοι, φλερτάρουν λίγο-πολύ με θεσμούς άμεσης έκφρασης της λαϊκής βούλησης όπως τα δημοψηφίσματα. Είναι, όμως, αυτή η διέξοδος στην κρίση του πολιτικού συστήματος; Και θα βοηθήσουν τη χώρα να ξεπεράσει την κρίση;
Η απάντηση με μια λέξη -όσα υπέρ ή κατά κι αν επικαλεστούμε- θα πρέπει να είναι ένα κατηγορηματικό όχι. Για τον απλό λόγο ότι στην πραγματικότητα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι καθόλου? απλά. Κι ένα ναι ή ένα όχι, όσο σημαντικό και αν είναι το ερώτημα που θα τεθεί, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα αλλά αντιθέτως μπορεί να μας οδηγήσει σε αδιέξοδο.
Πάρτε για παράδειγμα το Μνημόνιο, το κορυφαίο ζήτημα αντιπαράθεσης την τελευταία τριετία. Πολλοί είχαν φλερτάρει με την ιδέα του δημοψηφίσματος το 2010 ακόμα και μέσα στο ΠΑΣΟΚ που κατανοούσαν το πολιτικό κόστος και ήθελαν τη λαϊκή «νομιμοποίηση» της πολιτικής τους. Eνα όχι, όμως, τότε τι θα σήμαινε; Μπορεί νέες διαπραγματεύσεις, μπορεί όμως και χρεοκοπία - κάτι που ασφαλώς δεν θα ήταν στις προθέσεις των ψηφοφόρων.
Κι αυτό, το ζήτημα δηλαδή της «ετερογονίας των σκοπών» όπως θα έλεγαν οι θεωρητικοί, οι παράπλευρες απώλειες όπως θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της άμεσης δημοκρατίας. Μιας ψήφου δηλαδή που, όπως κάθε πολιτική απόφαση, υποτάσσεται σε μια (τυχαία;) συγκυρία, στη συνέχεια ωστόσο έχει τέτοια νομιμοποίηση που δεν μπορεί να ανατραπεί.
Το έζησαν πολύ καλά στην Καλιφόρνια όταν οι εκεί «δεν πληρώνω» -πλούσιοι και συντηρητικοί- κατάφεραν το 1978, με δημοψήφισμα, να περάσουν έναν νόμο που έβαζε όριο 1% στον φόρο των ακινήτων και όριζε απαραίτητη πλειοψηφία δύο τρίτων των βουλευτών προκειμένου να επιβληθεί οποιαδήποτε αύξηση της φορολογίας.
Τον νόμο αυτόν κατάφεραν να τον αλλάξουν, με νέο δημοψήφισμα, μόλις πριν από λίγους μήνες, 34 δηλαδή χρόΠνια μετά. Στο μεταξύ, η Καλιφόρνια, ενώ ήταν μία από τις πολιτείες με το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, βρέθηκε να είναι μία από τις τελευταίες, οι υποδομές της έχουν καταρρεύσει, έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο χρέος και κατά καιρούς οι δημόσιες υπηρεσίες της κατεβάζουν ρολά από την έλλειψη χρημάτων.
Αν ακολουθούσαμε τα γκάλοπ -«το βασίλειο της άμεσης δημοκρατίας» τις έχει χαρακτηρίσει ο συνταγματολόγος κ. Ν. Αλιβιζάτος-, κάτι ανάλογο θα προέκυπτε σήμερα στη χώρα μας. Κι όχι μόνο για τους φόρους. Οι γονείς σε σχολείο των Βορείων Προαστίων ψήφισαν προ μηνών να μη δέχονται τσιγγανάκια στις τάξεις, ενώ μπορούμε εύκολα να φανταστούμε το αποτέλεσμα αν ποτέ πρέπει να αποφασίσουν οι κάτοικοι για την κατασκευή χωματερής στην περιοχή τους.
Το επίσης παράδοξο είναι ότι ενώ η άμεση δημοκρατία προβάλλεται ως λύση, την ίδια στιγμή ζητάμε από τους πολιτικούς μας να μην κοιτάζουν το πολιτικό κόστος αλλά να υπηρετούν ανεπηρέαστοι το δημόσιο συμφέρον.
Μέσα μας, φυσικά, δεν υπάρχει η παραμικρή αντίφαση. Γι' αυτό άλλωστε συνήθως, ό,τι κι αν λέμε για το αντίθετο, επιβραβεύουμε τους πολιτικούς που μας γίνονται αρεστοί. Ο πειρασμός, ωστόσο, να βρίσκουμε εν γνώσει μας εξωπραγματικές αλλά εύκολες και αρεστές λύσεις είναι ακατανίκητος.

25/2/13

Να απολυθούν ή όχι;



Πριν από μερικά χρόνια είχα βρεθεί σε μια νοσοκομειακή μονάδα του ΕΣΥ με επικεφαλής γιατρό που είχε αποκτήσει την ειδικότητά του στην Αγγλία. Ιατρικά -τουλάχιστον προ περικοπών- ήταν άρτια και τον ρώτησα αν έβρισκε κάποια διαφορά με τις αντίστοιχες κλινικές στην Αγγλία. Εκεί, μου απάντησε, θα είχαν το ένα τέταρτο των γιατρών και τέσσερις φορές περισσότερες νοσοκόμες.
Παραδόξως την ίδια ουσιαστικά απάντηση παίρνει κανείς για όποια υπηρεσία του Δημοσίου και αν ρωτήσει. Οπως στην ΕΡΤ που έχει πλεόνασμα διοικητικών υπαλλήλων, ελλείψεις ωστόσο στο τεχνικό προσωπικό αλλά και σε μια σειρά ειδικότητες που θα της επέτρεπαν καλύτερο έλεγχο στις παραγωγές της.
Δεν είναι αυτά, βέβαια, τα μοναδικά προβλήματα. Στο υπουργείο Παιδείας, αίφνης, κάποιες χιλιάδες καθηγητών δεν έχουν πατήσει ποτέ σε σχολική αίθουσα. Σε όλα τα υπουργεία, πάλι, υπάρχουν οι εξαφανισμένοι που καταφέρνουν με κάθε είδους αναρρωτικές άδειες να μην πατάνε πόδι στην υπηρεσία τους για μήνες ή και για χρόνια.
Οσο για τους «επίορκους», καθημερινές είναι οι ιστορίες στα μέσα ενημέρωσης για τα πειθαρχικά συμβούλια που δεν συνεδριάζουν ή για υποθέσεις που σέρνονται για χρόνια. Ο ίδιος ο επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, εξάλλου, κατήγγειλε περιπτώσεις ατιμωρησίας υπαλλήλων από τα πειθαρχικά συμβούλια παρότι είχαν ήδη καταδικαστεί από τα ποινικά δικαστήρια!
Με δυο λόγια, το πρόβλημα του δημόσιου τομέα δεν είναι τόσο το μέγεθός του όσο η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει, καθώς και η παραγωγικότητα των στελεχών του. Κι όσα εμπειρικά γνωρίζει ο Ελληνας, επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία.
Σε έρευνα του ΟΟΣΑ η Ελλάδα κατατάχτηκε 23η, δηλαδή τελευταία, ως προς την αποτελεσματική αξιοποίηση των δαπανών. Σε άλλη έρευνα, εξάλλου, υπολογίστηκε ότι αν μπορούσαμε να περιορίσουμε το διοικητικό κόστος των δημόσιων υπηρεσιών που επιβαρύνει τον ιδιωτικό τομέα, τότε θα είχαμε όφελος -θα είχαν όφελος οι επιχειρήσεις- 2 μονάδες του ΑΕΠ ή περίπου 4 δισ. ευρώ. Ιδού το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Εως εδώ τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Τα προβλήματα, όμως, τώρα αρχίζουν:
Πρόβλημα πρώτο, η διαθεσιμότητα. Που πάει να πει ότι μπορεί να έχουμε πλεόνασμα υπαλλήλων, π.χ. στον ΟΣΕ και ορισμένοι εξ αυτών να καλύπτουν ανάγκες φυλάκων στο υπουργείο Πολιτισμού, αυτού του είδους οι μεταθέσεις όμως, με όλη την καλή θέληση του κόσμου, δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες νοσοκόμων στο ΕΣΥ.
Πρόβλημα δεύτερο, η τρόικα. Η οποία ξεκίνησε ζητώντας την απομάκρυνση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων. Ο στόχος λόγω των αποχωρήσεων υπερκαλύπτεται, οπότε η τρόικα επανήλθε και ζήτησε απολύσεις για να προσαρμοστεί το κόστος μισθοδοσίας στις αντοχές της οικονομίας. Με τις μειώσεις των μισθών ωστόσο και αυτό επιτυγχάνεται, οπότε η τρόικα -κυρίως ο κ. Τόμσεν δηλαδή- ζητά 25.000 απομακρύνσεις, για συμβολικούς λίγο-πολύ λόγους, να σπάσει δηλαδή το ταμπού της μονιμότητας και να μπουν κριτήρια αποδοτικότητας. Οπότε...
Πρόβλημα τρίτον, η αξιολόγηση. Στο τελευταίο αυτό αίτημα η κυβέρνηση απαντά ότι οι απομακρύνσεις, ιδίως αν έχουν στόχο την ποιοτική αναβάθμιση, δεν μπορεί να γίνουν οριζόντια αλλά θα πρέπει να προηγηθεί αξιολόγηση. Με άλλα λόγια απαιτείται χρόνος. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη κοροϊδία.
Κατ' αρχήν από την πλευρά της τρόικας, που, παρότι αναγνωρίζει την ανάγκη αξιολόγησης, θέλει δρομολόγηση τουλάχιστον των αποφάσεων εδώ και τώρα. Πώς μπορεί να συμβιβαστούν αυτά τα δύο παραμένει άγνωστο, όπως αναγκαστικά άγνωστη είναι και η έκβαση των διαπραγματεύσεων για το «μεγάλο αγκάθι» όπως το χαρακτηρίζουν στελέχη στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ομως, το μεγάλο πανηγύρι θα ακολουθήσει στα υπουργεία και στις υπηρεσίες. Οπου βέβαια σοβαρή αξιολόγηση δεν έχει γίνει ποτέ και κανείς δεν ξέρει με ποια κριτήρια θα γίνει, ποιος και πώς θα βαθμολογήσει την ποιότητα των υπηρεσιών και πώς αυτό θα μεταφραστεί και σε προσωπικές κρίσεις!
Κι αυτά την ώρα που οι συνδικαλιστές αντιδρούν με νύχια και με δόντια αλλά και οι υπουργοί φέρουν βαρέως ένα έργο που τους φέρνει σε αντιπαράθεση συχνά και με τα δικά τους παιδιά. Το έργο θα έχει πολλές συνέχειες και θα χρειαστούν γερά στομάχια!

Μας «έφαγε» η γραφειοκρατία


Εχουμε μικρό ή μεγάλο κράτος στην Ελλάδα; Και πρέπει να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι ή όχι; Το θέμα ανάβει τα πάθη, και όχι μόνο, στον μικρόκοσμο της πολιτικής καθώς αποτελεί σημείο ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ των νεοφιλελεύθερων και της Αριστεράς. Δυστυχώς, όμως, η απάντηση δεν επιτρέπει απλουστεύσεις. Με δυο λόγια... εξαρτάται.
Αν δει κανείς τα συνολικά μεγέθη, τότε δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το 2011, για παράδειγμα, οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 51,8% - λίγο πάνω, δηλαδή, από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2012, ωστόσο, προβλέπονται σημαντικά μειωμένες, πιθανότατα κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης.
Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αν και ο ακριβής αριθμός δεν είναι γνωστός -υπολογίζονται κοντά στις 650.000-, αναλογικά με τον πληθυσμό είναι λιγότεροι από τις περισσότερες ίσως ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με έκθεση της ΕΚΤ, προ κρίσης, οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούσαν το 11% του πληθυσμού, όταν ο κοινοτικός μ.ο. ήταν κοντά στο 14%. Ημασταν ψηλότερα από τη Γερμανία (κάτω από 10%), αλλά πολύ χαμηλότερα από τη Γαλλία, που ξεπερνούν το 20%! Οι γενικοί αφορισμοί για εξοικονόμηση πόρων με απολύσεις, λοιπόν, είναι τουλάχιστον υπερβολικοί.
Οι αριθμοί, ωστόσο, δεν λένε πάντα την αλήθεια. Ετσι από έρευνα του ΙΟΒΕ προκύπτει ότι για δαπάνες διοίκησης η Ελλάδα ξοδεύει περισσότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ενώ βρίσκεται στην τελευταία θέση και ως προς την αποτελεσματικότητα των δαπανών. Με άλλα λόγια στην Ελλάδα, όταν μιλάμε για δημόσιες δαπάνες, μιλάμε κυρίως για γραφειοκρατία. Για τις υπηρεσίες που πραγματικά προσφέρει το Δημόσιο, είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι θα έπρεπε!

24/2/13

Το φάντασμα της Ιταλίας



Ενα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Για την ακρίβεια δύο φαντάσματα. Το ένα με βαμμένα κόκκινα μαλλιά, προϊστορία αναξιοπιστίας και εκκρεμότητες με τη Δικαιοσύνη. Και το δεύτερο, με μεγάλο επικοινωνιακό χάρισμα, ικανό να συγκεντρώνει χιλιάδες οπαδούς σε ανοικτές συγκεντρώσεις, χωρίς ωστόσο να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι θα κάνει στην οικονομία. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο Μπέπε Γκρίλο μάς υπόσχονται ένα θρίλερ για τα αποτελέσματα.
Θεωρείται απίθανο να κερδίσουν. Μπορεί ωστόσο να συγκεντρώσουν τόσες ψήφους που να κάνουν αδύνατο τον σχηματισμό κυβέρνησης με σταθερή πλειοψηφία. Κι αυτό προκαλεί πονοκέφαλο στις Βρυξέλλες. Σε μια περίοδο που το «σχέδιο Ευρώπη» δέχεται αμφισβήτηση από παντού και οι μισές χώρες της Ευρωζώνης αγωνίζονται να ξεπεράσουν την ύφεση, η πολιτική αβεβαιότητα είναι το τελευταίο που χρειάζονται.
Παρά τα εσωτερικά της προβλήματα, η Ιταλία είναι παραδοσιακά ένας από τους πιο σταθερούς ευρωπαϊκούς πυλώνες. Σήμερα ο Μπερλουσκόνι έχει φτάσει να λέει ότι η έξοδος της Ιταλίας από το ευρώ δεν είναι «βλασφημία», ενώ ο Γκρίλο τάσσεται ανοιχτά υπέρ της εξόδου.
Αν όμως η Ευρωζώνη μπορούσε ενδεχομένως να ζήσει με το «Grexit», η αποχώρηση της Ιταλίας θα αποτελούσε το τέλος του κοινού νομίσματος. Το ότι δύο κόμματα λοιπόν με τέτοιες θέσεις μπορούν και συγκεντρώνουν τόσο υψηλά ποσοστά είναι αρκετό για να προκαλεί ανατριχίλα στις αγορές και να δημιουργεί αμφιβολίες για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομικής ενοποίησης.
Πώς φτάσαμε ωστόσο έως εδώ; Πώς μια χώρα στην καρδιά της Ευρώπης έφτασε σήμερα να της προκαλεί έμφραγμα και να υποκύπτει στα χειρότερα παραδείγματα λαϊκισμού; Χωρίς αμφιβολία καθοριστικό ρόλο έχουν παίξει η λιτότητα και η αμφισβήτηση της συντηρητικής πολιτικής που έχει επιβάλει η κ. Μέρκελ. Κι αν για την Ελλάδα η επιλογή του Μνημονίου ήταν μονόδρομος, για την Ιταλία, με μια ισχυρή και εξωστρεφή οικονομία, τα περιθώρια είναι πολύ διαφορετικά.
Μαζί με τη λιτότητα, ωστόσο, η διαφθορά και η αναξιοπιστία των παραδοσιακών κομμάτων έχουν επιτρέψει σε έναν εκτός συστήματος, όπως ο Γκρίλο, να εμφανίζεται ως δύναμη ανανέωσης και εξυγίανσης.
Ενα από τα πιο ισχυρά «σόου» που παρουσιάζει είναι οι εικόνες 26 πολιτικών που έχουν καταδικαστεί για διάφορους λόγους και εξακολουθούν να είναι στη Βουλή ή στο Ευρωκοινοβούλιο. Πρόσφατα, εξάλλου, κέρδισε για πρώτη φορά τις τοπικές εκλογές στην Πάρμα, όταν η προηγούμενη δημοτική αρχή οδηγήθηκε σε παραίτηση κάτω από το βάρος της οικονομικής κακοδιαχείρισης.
Λιτότητα και διαφθορά, όπως έχει φανεί και στην περίπτωση της Ελλάδας, αποτελούν έναν πολύ τοξικό συνδυασμό. Αρκούν όμως για να εξηγήσουν πώς δύο πολιτικοί με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά, εμφανώς όμως και οι δύο εντελώς ακατάλληλοι για να κυβερνήσουν, μπορούν να έχουν τέτοια δύναμη; Είναι μια άσχημη στιγμή που θα περάσει ή μήπως ένα βαθύτερο φαινόμενο, μια αμφισβήτηση συνολικά της πολιτικής τάξης πραγμάτων που εκφράζεται μέσα από την Ευρωπαϊκή Ενωση;
Ετσι κι αλλιώς χρόνια τώρα όλοι μιλούν για το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρώπης, καθώς όλα αποφασίζονται με παρασκηνιακές συμφωνίες στους διαδρόμους των Βρυξελλών. Για πόσο καιρό μπορεί αυτό να συνεχιστεί, ιδίως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης;
Αυτό κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όλοι εύχονται την Κυριακή να επικρατήσουν οι δυνάμεις της σωφροσύνης. Ασφαλώς δεν θα ξεχνούν ότι η κατάρρευση του εύθραυστου οικοδομήματος της διεθνούς συνεργασίας μετά τον πρώτο πόλεμο ξεκίνησε και τότε από την Ιταλία!

ΕΘΝΟΣ 24/2/13

Κύπρος. Επιστροφή στον ρεαλισμό;



Είναι η πρώτη φορά από την τουρκική εισβολή και μετά που στις κυπριακές εκλογές κυρίαρχο θέμα είναι η οικονομία και το Μνημόνιο και όχι το ίδιο το Κυπριακό. Αλλά, βέβαια, στην περίπτωση της Κύπρου η οικονομία είναι άρρηκτα δεμένη με τη λύση του εθνικού ζητήματος.
Σε όσους θα είχαμε ίσως την τάση να το ξεχάσουμε, μας το θύμισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πρόσφατο άρθρο στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» στο οποίο ρητά υποστηριζόταν αυτή η άποψη. Να αξιοποιήσουν, δηλαδή, οι εταίροι την οικονομική αδυναμία της Κύπρου για να την πιέσουν να αποδεχθεί μια συμβιβαστική λύση.
Ακούγεται και ασφαλώς θα ήταν εκβιασμός. Αλλά βέβαια την τελευταία φορά που το θέμα είχε απασχολήσει την Ευρώπη, η Κύπρος κέρδισε την ένταξη με οιονεί όρο την αποδοχή του σχεδίου Ανάν, το οποίο στη συνέχεια απέρριψε. Σήμερα οι Κύπριοι μοιάζει να ψήφισαν υπέρ της αναβίωσης του σχεδίου, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, και μαζί υπέρ της υπογραφής Μνημονίου με την Ευρώπη για την υπαγωγή στον μηχανισμό βοηθείας.
Παραδόξως η Κύπρος βρίσκεται σε αυτήν τη δύσκολη οικονομικά θέση λίγο μετά την ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που αναμένεται να ανατρέψουν τα δεδομένα στην οικονομία αλλά και γενικότερα στη γεωπολιτική θέση του νησιού. Δεν έχει μικρή σημασία το ότι η ανακάλυψη επιτεύχθηκε ύστερα από εξαιρετικά επιτυχημένους διπλωματικούς χειρισμούς που επέτρεψαν στην Κύπρο να ανακηρύξει και να αξιοποιήσει την ΑΟΖ με ενεργό αμερικανική και ισραηλινή υποστήριξη παρά τις τουρκικές αντιδράσεις.
Τα κοιτάσματα, ωστόσο, θα αρχίσουν να αποδίδουν ύστερα από μια πενταετία. Ως τότε η Κύπρος, αφού «απέτυχε» να δανειοδοτηθεί από την Κίνα και τη Ρωσία -όπως πίστευαν λογής λογής κουφιοκεφαλάκηδες και παραμυθάδες στην Ελλάδα- εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή Ενωση για να μην αναγκαστεί να κηρύξει στάση πληρωμών και για να μην καταρρεύσουν οι τράπεζές της.
Στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά επιλογή μπροστά της. Μπορεί ο κ. Χριστόφιας να απέφυγε να υπογράψει το Μνημόνιο, ο νέος Πρόεδρος ωστόσο, όποιος και αν εκλεγεί, θα το κάνει. Θα αποδεχθεί και «λύση στο σακί» για το Κυπριακό; Σίγουρα όχι.
Οχι, κατ' αρχήν γιατί η Ευρώπη δεν λειτουργεί με αυτούς τους όρους. Κι όσο και αν εκδηλωθούν πιέσεις -αυτό ίσως είναι αναμενόμενο- είναι εκτός πραγματικότητας να νομίσει κανείς ότι μπορεί να μπει τέτοιος όρος. Αλλωστε, η λύση του Κυπριακού είναι συνδεδεμένη με την προοπτική ένταξης στην ΕΕ και της Τουρκίας.
Αυτήν τη στιγμή ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ενδιαφέρονται πολλοί να την αναβιώσουν κι ούτε και ο Ερντογάν δείχνει διατεθειμένος να κάνει τα βήματα που απαιτούνται. Το άρθρο των «Φ.Τ.» μάλλον στερείται ρεαλισμού.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, είναι προς το συμφέρον της Κύπρου να υπάρξει εκ νέου κινητικότητα στο Κυπριακό. Δεν θα πρέπει να θεωρείται πιθανό βέβαια ότι θα βρεθεί λύση - ανάμεσα σε άλλα και γιατί από την πλευρά της Τουρκίας εκπέμπονται μηνύματα αδιαλλαξίας μάλλον παρά συνεννόησης.
Οπως όμως έδειξε και η περίπτωση των υδρογονανθράκων, η Κύπρος μόνο να χάσει μπορεί από μια πολιτική περήφανης απομόνωσης. Κι όσο και αν η οικονομία της είναι μικρή για να αποτελεί συστημικό πρόβλημα για την Ευρωζώνη, ήδη μια σειρά ζητήματα -όπως οι κατηγορίες για τις καταθέσεις των Ρώσων ολιγαρχών και το ξέπλυμα- την έχουν βάλει στο στόχαστρο πολλών ευρωπαϊκών κρατών. Οι λάθος χειρισμοί και οι ανόητοι παλικαρισμοί μπορεί να κοστίσουν ακριβά!

ΕΘΝΟΣ 23/2/13