Τρίτη 7 Μαΐου 2013


Πρέπει να δούμε ξανά τον κατώτατο μισθό!



Μία από τις πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις που έγιναν με την τρόικα το 2012 ήταν χωρίς αμφιβολία για τη μείωση του κατώτατου μισθού. Η αίσθηση που επικρατούσε στις Βρυξέλλες, όχι εντελώς άδικα, ήταν ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν προχωρούσαν με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να οδηγηθεί σε αδιέξοδο το πρόγραμμα σταθεροποίησης. Είχαν έρθει λοιπόν αποφασισμένοι.
Οπως ήταν φυσικό, η ελληνική πλευρά έβαλε εξαρχής ζήτημα παραβίασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των συζητήσεων αφορούσε τις επιπτώσεις του μέτρου. Με την οικονομία να έχει ήδη συρρικνωθεί κατά 7%, μια πρόσθετη μείωση της ζήτησης έμοιαζε παραλογισμός. Ο αντίλογος ωστόσο αφορούσε την ανεργία και την ανταγωνιστικότητα.
Την τελευταία δεκαετία το κόστος εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε σχεδόν κατά 30% σε σχέση με τη Γερμανία. Ηταν κατά συνέπεια αναγκαίο να επανέλθει σε ισορροπία ώστε να ανακάμψουν οι εξαγωγές. Αν δεν γινόταν αυτό, υποστήριζαν οι τροϊκανοί, τότε η προσαρμογή της οικονομίας θα γινόταν μέσα από την αύξηση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων, και σε βάρος της απασχόλησης.
Εναν χρόνο μετά, δεν είναι ακόμα σαφές ποιος είχε δίκιο - άλλωστε σχετικά πρόσφατα πέρασε η μείωση του κόστους εργασίας στην πραγματική οικονομία. Οι εξαγωγές ασφαλώς αυξήθηκαν. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι αυτό οφείλεται στη μείωση του κατώτατου μισθού. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις συνήθως δίνουν έτσι κι αλλιώς υψηλότερους μισθούς. Σε κάθε περίπτωση, οι συνολικές εξαγωγές είναι ακόμα τόσο χαμηλές που μόνες τους δεν επαρκούν για την αναθέρμανση της οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, η ύφεση και η ανεργία πήραν εκρηκτικές διαστάσεις. Με ένα παραγωγικό μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση, η κατάρρευση της ζήτησης αποδείχθηκε καταστροφική. Σε τέτοιες συνθήκες θα ήταν ασφαλώς προτιμότερο να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες αυξάνοντας προσωρινά το χρέος μας έως ότου αποδώσουν οι μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, κανείς δεν μας δίνει πια δανεικά. Μήπως θα ήταν προτιμότερο λοιπόν να επαναφέρουμε τον κατώτατο μισθό στα προηγούμενα επίπεδα;
Οι ειδικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί. Ενας βασικός λόγος είναι ότι μεγάλο μέρος της πρόσθετης δαπάνης θα πήγαινε σε εισαγωγές. Από τα 10 ευρώ που ξοδεύονται, λιγότερο από τα μισά, λένε ορισμένοι οικονομολόγοι, μένουν στην Ελλάδα. Εστω κι έτσι όμως, θα ήταν μια ενίσχυση χωρίς να επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος και χωρίς σοβαρή επίπτωση στο κόστος εργασίας.
Ενας δεύτερος λόγος είναι ότι ενδεχομένως θα έβλαπτε κάποιες μικρές επιχειρήσεις «υποκατάστασης εισαγωγών» - επιχειρήσεις δηλαδή που παράγουν φτηνά προϊόντα που διαφορετικά θα εισάγαμε. Αν αυτές δεν αντέξουν το πρόσθετο κόστος, τότε το τελικό αποτέλεσμα από την αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να είναι αρνητικό. Ακόμα και για την απασχόληση. Πόσες τέτοιες επιχειρήσεις όμως έχουν μείνει εν ζωή; Η πραγ­ματικότητα είναι ότι κανείς δεν ξέρει.
Στο τέλος του χρόνου, η κυβέρνηση ελπίζει ότι τα χειρότερα θα έχουν περάσει και ότι θα μπούμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μακάρι. Ολοι όμως γνωρίζουν ότι ακόμα και αν αρχίσουν να έρχονται οι πολυπόθητες επενδύσεις, η ανεργία θα αργήσει να πέσει - ασφαλώς με αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις. Ισως τότε η αύξηση του κατώτατου μισθού να είναι μονόδρομος!

ΕΘΝΟΣ 5/5/13

Η βία αποθρασύνει!



Χθες επιχείρησαν να (ξανά)στήσουν συσσίτια «μόνο για Ελληνες» στην Πλατεία Συντάγματος. Τι θα μπορούσε να ακολουθήσει; Σχολεία «μόνο για Ελληνες»; Νοσοκομεία «μόνο για Ελληνες»; Μήπως και τουαλέτες «μόνο για Ελληνες» κατά το πρότυπο της Νοτίου Αφρικής στην εποχή του «Απαρτχάιντ»; Ευτυχώς ο δήμαρχος κ. Γιώργος Καμίνης και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Δένδιας δεν τους το επέτρεψαν. Εκαναν το καθήκον τους.
Και δεν ήταν απλώς η απαγόρευση μιας εκδήλωσης μίσους ή ενός ακόμα επικοινωνιακού χρυσαυγίτικου σόου στο κέντρο της πόλης. Ούτε φυσικά η προστασία της εικόνας του κέντρου της Αθήνας που επιχειρούσαν να προβάλουν οι καθ' ημάς ναζί, εικόνα απελπισίας και εξαθλίωσης. Ηταν πολύ περισσότερο μια προσπάθεια να μπει ένα τέλος στην επιχείρηση των χρυσαυγιτών να εξοικειωθούμε και να φτάσουμε να θεωρούμε περίπου ως φυσικό γεγονός την ιδεολογία του μίσους.
Ο γνωστός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του «Η Σκοτεινή Ηπειρος» έχει δείξει με τον καλύτερο τρόπο πως η άνοδος των ναζί και του αντισημιτισμού διευκολύνθηκε καθώς πάτησε πάνω στις ευρύτατα διαδεδομένες αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές ιδεολογικές δοξασίες και προκαταλήψεις στην Ευρώπη του μεσοπολέμου. Το ίδιο κινδυνεύει να συμβεί, αν δεν συμβαίνει ήδη και στη σημερινή Ελλάδα.
Το μίσος για τους μετανάστες δεν το εφηύρε η Χρυσή Αυγή. Αναπτύχθηκε σταδιακά όλα αυτά τα τελευταία χρόνια μέσα από μια τελείως υποκριτική και σχιζοφρενική λογική αντιμετώπισής τους: είναι καλοί για να μαζεύουν τις ελιές μας, είναι καλοί για να προσέχουν τους παππούδες στα χωριά, είναι καλοί ακόμα και για να ανατρέφουν τα παιδιά μας, αλλά μας κλέβουν τις δουλειές, επιβαρύνουν τα σχολεία και τα νοσοκομεία μας και ευθύνονται για την έκρηξη της εγκληματικότητας.
Δεν είναι φυσικά άμοιρο ευθυνών και το κράτος ή μάλλον οι κυβερνήσεις. Για πολλά χρόνια απλώς έκλειναν τα μάτια στο πρόβλημα. Ουσιαστικά δεν είχαν πολιτική και σε καμιά στιγμή δεν φρόντισαν να ορίσουν και βέβαια να επιβάλουν με ρεαλιστικό αλλά και αποτελεσματικό τρόπο τη νομιμότητα. Επέτρεψαν έτσι να φουντώσει ο ακροδεξιός λόγος, αλλά και να βγουν στην επιφάνεια εγκληματικά στοιχεία που θέλουν να επιβάλουν τον δικό τους νόμο!
Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση η μοναδική απάντηση είναι η μηδενική ανοχή στην παρανομία. Κι αν μπορεί να υπάρχουν διαφωνίες για το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί μια -όχι και πολύ κρυφά- ναζιστική οργάνωση εγκληματική, και να τεθεί εκτός νόμου, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι πρέπει να τιμωρείται παραδειγματικά κάθε βίαιη πράξη όπως η χθεσινή επίθεση στον δήμαρχο της Αθήνας.
Ο κ. Καμίνης βέβαια είχε πρόσφατα δεχθεί επίθεση και από «αντιεξουσιαστές» κι ίσως δικαιολογημένα να διστάζει να ζητήσει την παρέμβαση της δικαιοσύνης. Θα προτιμούσε τέτοιου είδους προβλήματα να αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Ομως πρέπει να καταλάβουμε ότι κάθε ανοχή τούς αποθρασύνει.
Και κάτι ακόμα όμως. Στο βίντεο όπου αστυνομικοί απομακρύνουν τον χρυσαυγίτη βουλευτή, ακούγονται καθαρά να του λένε, ενώ ακόμα προσπαθούν να τον συγκρατήσουν, «άσ' το κάτω το όπλο». Φαντάζομαι ότι θα του αφαιρεθεί η άδεια οπλοφορίας. Οπως και από όλους τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής που επανειλημμένα έχουν δείξει με τον πιο δημόσιο τρόπο την άρρωστη λατρεία τους στη βία. Αν ήταν πολίτες, δεν θα τους άφηναν ούτε σφεντόνα. Οχι όπλα για να φιγουράρουν στους οπαδούς τους και να απειλούν τους αντιπάλους τους!
Υ.Γ. «Επικοινωνιακή» χαρακτήρισε την απαγόρευση του συσσιτίου ο ΣΥΡΙΖΑ από τον κ. Καμίνη. Μωραίνει κύριος...

ΕΘΝΟΣ 3/5/13

Κυνικά παιχνίδια στην Κύπρο!



Στα έσχατα όρια της αναξιοπιστίας κατάφερε να πέσει το ΑΚΕΛ με την πρωτοφανή απόφασή του να στηρίξει την έξοδο της Κύπρου από το ευρώ. Το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς θέλει να ξεχνάει ότι έχει βαρύτατες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση στο νησί.
Η Κύπρος βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της ανεύθυνης διαχείρισης των οικονομικών της από την κυβέρνηση του ΑΚΕΛ. Ακόμα χειρότερα ο κ. Χριστόφιας όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του, αλλά αντίθετα καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα έτσι ώστε να μην πιει ο ίδιος το πικρό ποτήρι και να κληροδοτήσει το πρόβλημα στον διάδοχό του.
Το ότι αυτό έβλαψε τα συμφέροντα της Κύπρου, κάνοντας βαρύτερο το πακέτο της λύσης, ήταν κάτι που δεν τον απασχόλησε. Οπως δεν απασχολεί σήμερα και το ΑΚΕΛ. Γιατί η πρόταση περί αποχώρησης από το ευρώ δεν είναι παρά ένας κυνικός πολιτικός ελιγμός προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες του και ταυτόχρονα να επιχειρήσει να οικειοποιηθεί τη δικαιολογημένη οργή των Κυπρίων.
Βαριά κατηγορία; Τη διατύπωσε, με κομψό τρόπο είναι αλήθεια, και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Σταθάκης, επισημαίνοντας ότι το ΑΚΕΛ επέλεξε αυτή τη θέση «για να αποκτήσει ένα διαφορετικό πολιτικό στίγμα αυτή τη στιγμή», προσθέτοντας ότι θα ήταν καλό να περιμένουμε πώς θα «εξελιχθεί» η θέση του στο άμεσο μέλλον. Ο κ. Σταθάκης πάντως έσωσε την τιμή της Αριστεράς.
Διότι κάποια άλλα κορυφαία στελέχη, προσκείμενα στον κ. Τσίπρα, έπαθαν αφωνία κι όταν ρωτήθηκαν απάντησαν ότι δεν γνωρίζουν τις ακριβείς συνθήκες στην κυπριακή οικονομία. Τις γνωρίζουν για τη Βενεζουέλα του Τσάβες, για την Αργεντινή, για την Κούβα, αλλά όχι για την Κύπρο. Κι ας συναντήθηκαν με αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ πριν από λίγες ημέρες. Μας δουλεύουν ψιλό γαζί!
Αντίθετα από το αριστερό ρεύμα του κ. Λαφαζάνη, που ουσιαστικά χαρακτήρισε «ιστορική» την απόφαση του ΑΚΕΛ. Τώρα πώς δύο τόσο διαμετρικά αντίθετες θέσεις χωράνε κάτω από την ίδια πολιτική στέγη -τον ΣΥΡΙΖΑ- είναι κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει. Γιατί η διαφωνία τους δεν οφείλεται σε διαφορετική εκτίμηση των οικονομικών στοιχείων.
Οπως είναι πια κοινά αποδεκτό, οι οικονομολόγοι έως έναν βαθμό μπορούν να προβλέψουν τις εξελίξεις - συνήθως μάλιστα στα σοβαρά, πέφτουν έξω. Και μπορεί, όπως μας λένε, οι κ. Λαπαβίτσας και Λαφοντέν να έκαναν «εμπεριστατωμένη επιστημονική μελέτη» για μια συντεταγμένη έξοδο από το ευρώ (με χρηματοδότηση από την Ευρώπη δηλαδή), μια τέτοια απόφαση ωστόσο είναι πρωταρχικά πολιτική.
Το πρόβλημα για την Κύπρο, όπως και για κάθε άλλη χώρα που θα αποχωρούσε, δεν είναι μόνο πόσο θα χρειαζόταν να υποτιμήσει τη λίρα και τι επιπτώσεις θα είχε κάτι τέτοιο στα εισοδήματα, στις καταθέσεις και στον πληθωρισμό. Ο πραγματικός άγνωστος είναι τι είδους δυνάμεις θα έμπαιναν σε κίνηση και σε ποιο βαθμό οι εξελίξεις, τόσο στο εσωτερικό όσο ενδεχομένως και διεθνώς, θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία.
Δεν είναι εύκολο να γίνουν προβλέψεις. Οποιος λίγο όμως παρακολουθεί τα πράγματα ακόμα και στην κοντινή μας γειτονιά μπορεί να καταλάβει πως μια μικρή σπίθα σε μια αποσταθεροποιημένη κοινωνία μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες. Προσθέστε ζητήματα μειονοτήτων, νευρικούς γείτονες, ανίκανους πολιτικούς, κεφάλαια που φεύγουν, πολίτες χωρίς προοπτική και με αίσθημα αποτυχίας, καθώς και απαξιωμένους θεσμούς και έχετε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι έτσι θα προωθήσουν τις σοσιαλιστικές ή τις ναζιστικές τους ουτοπίες. Εμείς;

31/4/13

Γαλάζιος αχταρμάς



Στο τέλος θα καταντήσει και κωμικό. Κάθε φορά που ο υπουργός των Οικονομικών αναφέρεται στο έλλειμμα του 2009 -που ξεπέρασε το 15%- οι καραμανλικοί βουλευτές το εκλαμβάνουν ως επίθεση εναντίον τους και αρχίζουν τις βολές και τα υπονοούμενα διαμαρτυρόμενοι, ως άλλοι απατημένοι σύζυγοι, γιατί δικαιώνεται ο Γιώργος Παπανδρέου.
Και αγνοούν το πολύ απλό: ότι όλοι οι προϋπολογισμοί από το 2010 και μετά, καθώς βέβαια και οι προβλέψεις του Μνημονίου, στηρίζονται στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Τα οποία βέβαια έγιναν με υπόδειξη της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας.
Για όσους τρέφουν την παραμικρή αμφιβολία -όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που το λέει και δεν το λέει, κλείνοντας βολικά το μάτι στους εραστές των πάσης φύσεως συνωμοσιών- η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το επανέλαβε προχθές με τον πιο επίσημο τρόπο απαντώντας σε ερώτηση της ευρωβουλευτού κ. Αννυς Ποδηματά. Στην ανακοίνωσή της η Επιτροπή «διαψεύδει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς» ότι το έλλειμμα είχε υπερεκτιμηθεί.
Αυτά για όσους επιμένουν στην τρελή θεωρία ότι οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο επειδή φουσκώσαμε τα στοιχεία για το έλλειμμα - ενώ είναι γνωστό ότι η αναθεώρηση των στοιχείων έγινε έτσι κι αλλιώς αφού είχαμε ήδη μπει στο Μνημόνιο. Τα αγνοούν όλα αυτά οι καραμανλικοί βουλευτές; Οχι βέβαια. Απλώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια κακότεχνη προσπάθεια να ξαναγραφτεί η Ιστορία. Είτε για να αποσείσουν τις ευθύνες τους είτε για να δηλώσουν -να δηλώσει ο αρχηγός τους δηλαδή- παρών αν τους δοθεί ξανά η ευκαιρία.
Αυτή ωστόσο είναι μια πρώτη ανάγνωση. Γιατί το βαθύτερο πρόβλημα είναι η απόλυτη ιδεολογική σύγχυση στον χώρο της συντηρητικής παράταξης. Τα τελευταία χρόνια η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να είναι λίγο απ' όλα για όλους. Το αποτέλεσμα είναι κανείς να μην μπορεί να πει με βεβαιότητα πού στέκεται.
Κεντρικό στοιχείο υπήρξε προφανώς το ζήτημα του Μνημονίου που απέρριψε μέσα από μια εξωφρενικά απλοϊκή ανάλυση - τα περίφημα «Ζάππειο Ι» και «Ζάππειο ΙΙ». Κατάφερε έτσι να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή της ταυτότητα και με την ακραία συνθηματολογία της, να δώσει υπόσταση σε κάθε είδους παλαβή θεωρία συνωμοσίας, σκάβοντας τελικά τον λάκκο της και χαρίζοντας ένα μέρος των οπαδών της στον κ. Καμμένο.
Η σύγχυση φυσικά παραμένει. Και την ίδια στιγμή που προωθεί (μνημονιακές) μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση μιας ανοικτής και ανταγωνιστικής οικονομίας, παραμένει δέσμια της πελατειακής λογικής τόσο στο κράτος όσο και στην οικονομία. Το λαϊκό με το αναχρονιστικό, το φιλελεύθερο με το κρατικοδίαιτο δίνουν όλα μαζί την εικόνα ενός κόμματος που δεν πατάει πουθενά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα και η εξωτερική πολιτική όπου μεγάλο μέρος της ΝΔ φλέρταρε διαχρονικά με τον μύθο των Ρώσων και σήκωνε με κάθε ευκαιρία το θέμα της ΑΟΖ για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων. Μόνο και μόνο όμως για να πραγματοποιήσουν στροφή 180 μοιρών όταν βρέθηκαν στην κυβέρνηση. Ο κ. Δ. Αβραμόπουλος θα μπορούσε να είναι ο αντι-Σαμαράς της τελευταίας 5ετίας.
Μετά τις εκλογές δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η Νέα Δημοκρατία, παρά τα τραύματά της, έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει την πολιτική της ταυτότητα και να προχωρήσει σε ένα γενναίο άνοιγμα στον κεντρώο και φιλελεύθερο χώρο. Προφανώς αυτή η δυνατότητα εξακολουθεί να υπάρχει. Το «παράθυρο ευκαιρίας» ωστόσο καθημερινά κλείνει.
Μέχρι σήμερα η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση διατηρούν τη στήριξη των πολιτών επειδή γνωρίζουν ότι η εναλλακτική «λύση» θα ήταν καταστροφική. Κάποια στιγμή ωστόσο θα πρέπει να πουν ποια είναι η Ελλάδα που οραματίζονται!

ΕΘΝΟΣ 30/4/13

Είμαστε όλοι σοσιαλιστές;



Να λοιπόν που κατά τα φαινόμενα και η ΔΗΜΑΡ θα επιδιώξει να ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το συζήτησε ήδη, απ' ό,τι καταλάβαμε, ο κ. Κουβέλης στις επαφές που είχε κατά την πρόσφατη περιοδεία του στις Βρυξέλλες. Κινδυνεύουμε έτσι να βρεθούμε μπροστά στο εξής παράδοξο: ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ να συμμετέχουν στην ίδια κυβέρνηση και στο ίδιο ευρωπαϊκό κόμμα, να κατεβαίνουν ωστόσο χωριστά στις εκλογές διεκδικώντας όμως λίγο - πολύ τους ίδιους ψηφοφόρους. Το βρίσκετε λογικό;
Εντάξει, τα κόμματα δεν προσδιορίζονται μόνο από την ιδεολογία τους. Μετράνε τα πρόσωπα, όπως μετράει και η ιστορία. Με αυτή την έννοια, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ απέχουν ακόμα πολύ. Θα χρειαστεί προσπάθεια για να ξεπεράσουν αμοιβαίες αντιπάθειες και καχυποψίες. Αφήστε που κάποια στελέχη θα έχουν και υπαρξιακά προβλήματα: έφυγαν από το ΠΑΣΟΚ για να πάνε στη ΔΗΜΑΡ για να ξαναβρεθούν στο ΠΑΣΟΚ;
Αυτά ωστόσο είναι μεταβατικής φύσεως προβλήματα. Γιατί παρά τις παλινωδίες, τις εμμονές και σε ορισμένες περιπτώσεις τη ρητορική, τα δύο κόμματα στην πράξη συμφωνούν σε όλα τα βασικά: Ευρώπη και ενοποίηση, ευρώ, μεταρρυθμίσεις, κοινωνικό κράτος, προοδευτική φορολογία, εκσυγχρονισμός του κράτους, μεταναστευτικό. Συμφωνούν ακόμα και στην ανάγκη συνεργασίας με τη Ν.Δ. για να προστατευτεί η ευρωπαϊκή προοπτική και να μην πέσουμε σε μια κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Γιατί δεν ενώνονται λοιπόν;
Αν απευθύνει κανείς αυτό το ερώτημα σε στελέχη των δύο κομμάτων, θα πάρει πιθανότατα την εξής απάντηση: στην πολιτική ένα συν ένα δεν κάνουν πάντα δύο, μπορεί και να κάνουν ένα. Και είναι αλήθεια. Σε μια συνεργασία μεταξύ τους δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πάρουν το άθροισμα των ποσοστών τους. Ο λόγος είναι απλός: αυτή τη στιγμή τα δύο κόμματα έχουν έναν στενό κύκλο οπαδών στον οποίο απευθύνονται. Σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν υπάρχει ρεύμα υπέρ της Κεντροαριστεράς ή, για να το πούμε διαφορετικά, υπέρ μιας σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Παραφράζοντας τη Μελίνα, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ απλώς δεν αρέσουν, ιδιαίτερα στους νέους ψηφοφόρους.
Η προοδευτική παράταξη σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης είχε δύο συνιστώσες: μία κυβερνητική εκσυγχρονιστική και μία λαϊκιστική ή ριζοσπαστική. Ηδη από το 1982 -για όσους θυμούνται το άρθρο 4 του Γ. Αρσένη που περιόριζε τα συνδικάτα- οι δύο συνιστώσες ήταν σε διαρκή ένταση. Σήμερα όμως έχουν πάρει οριστικό (;) διαζύγιο. Η λαϊκιστική πτέρυγα μετακόμισε στον ΣΥΡΙΖΑ. Κατά παράδοξο όμως τρόπο εξουδετέρωσε έτσι και την εκσυγχρονιστική πτέρυγα, καθώς η Ν.Δ. μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτή είναι σε θέση να υπερασπιστεί καλύτερα και την ευρωπαϊκή προοπτική και τις μεταρρυθμίσεις! Κι ας παρίστανε την «αντιμνημονιακή» δύναμη έως τις εκλογές.
Μπορεί αυτή η κατάσταση να ανατραπεί; Δύσκολα. Σίγουρα όχι όσο ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ παριστάνουν τους απρόθυμους -μικρούς- εταίρους του κ. Σαμαρά. Με δεδομένο, όπως όλα δείχνουν, ότι θα έχουμε κυβερνήσεις συνεργασίας για πολλά χρόνια ακόμα, είναι αναγκαίο να επεξεργαστούν μια στρατηγική «μεγάλου συνασπισμού» και να πάψουν να είναι απολογητικοί απέναντι στις δυνάμεις της παραφροσύνης.
Αυτό όμως δεν φτάνει. Η Κεντροαριστερά, για να υπάρξει, πρέπει να επανασυνδεθεί με τον ριζοσπαστικό εαυτό της. Αριστερό υπερασπιστή του κατεστημένου δεν χρειάζεται κανείς. Να δώσει μάχη λοιπόν όχι μόνο ενάντια στις συντεχνίες αλλά και στα οικονομικά προνόμια. Να στηρίξει αλλαγές για μια οικονομία ανοικτή που δεν θα τη λυμαίνονται τα γνωστά κυκλώματα. Οι επόμενοι μήνες των ιδιωτικοποιήσεων θα είναι κρίσιμοι. Και οι ευρωεκλογές μια καλή ευκαιρία για πρόβα τζενεράλε.
Υ.Γ.: Στο άρθρο μου της Παρασκευής εκ παραδρομής αναφέρθηκα στον μητροπολίτη Ναυπάκτου αντί των Καλαβρύτων. Ο Ναυπάκτου, όπως είναι γνωστό, όχι μόνο δεν έχει μιλήσει θετικά για τη Χρυσή Αυγή, αλλά αντιθέτως την έχει καταδικάσει απερίφραστα.

ΕΘΝΟΣ 29/4/13

Κομματικά παιχνίδια με τις γερμανικές αποζημιώσεις!



Δεν ξέρω αν η Ανγκελα Μέρκελ είναι η πιο μισητή πολιτικός στην Ελλάδα. Σίγουρα δεν είναι η πιο δημοφιλής. Οπως άλλωστε και οι περισσότεροι Γερμανοί πολιτικοί που δίκαια ή άδικα θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά που περνά η χώρα μας. Κι όχι μόνο από τους πολίτες.
Σε πρόσφατη ομιλία του στο Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο παρακαλώ -o tempora! o mores!-, o κ. Τσίπρας ξεκαθάρισε πως αν και όταν έρθει η στιγμή να διαπραγματευτεί με τους Γερμανούς το Μνημόνιο, τη δανειακή σύμβαση ή ό,τι άλλο σχεδιάζει, οι Γερμανοί «θα είναι αντίπαλοι, δεν θα είναι εταίροι».
Τώρα βέβαια η διατύπωση είναι παράδοξη. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα φιλογερμανός για να παρατηρήσει ότι σε αυτήν τη διαπραγμάτευση -σύγκρουση την αποκάλεσε ο κ. Τσίπρας- το ζητούμενο δεν θα είναι η επίλυση κάποιας διαφοράς αλλά οι όροι με τους οποίους θα συνεχίσουν να μας δανείζουν χρήματα! Προφανώς όχι από την καλή τους προαίρεση, στο όνομα πάντως της περίφημης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και του κοινού συμφέροντος για το ευρώ. Αντίπαλοι ως προς τι λοιπόν;
Δεν ισχύει το ίδιο για το κατοχικό δάνειο. Εδώ υπάρχει πραγματική διαφορά και η ελληνική πλευρά έχει πολύ ισχυρά νομικά και ηθικά ερείσματα. Αντιθέτως, η Γερμανία, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, υιοθετεί στάση πυγμής αδιαφορώντας για το δίκαιο αλλά και για συμβατικές υποχρεώσεις της που η ίδια είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν αρχίζοντας την εξόφληση του δανείου. Εχουμε κάθε λόγο λοιπόν να επιμείνουμε, να διαπραγματευτούμε, να διαφωνήσουμε και αν παραστεί ανάγκη να διεκδικήσουμε και νομικά το δίκιο μας. Οσο αυτό είναι δυνατόν.
Πριν μας καταλάβει ο ενθουσιασμός, ωστόσο, υπάρχουν κάποια πράγματα που χρειάζεται να συζητήσουμε μεταξύ μας. Το πρώτο, τι επιδιώκουμε. Σίγουρα την ηθική δικαίωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιστροφή ενός λογικού ποσού με τόκους υπερημερίας - παρότι το δάνειο ήταν άτοκο. Με το ποσό που διεκδικούμε ωστόσο δεν θα λύσουμε το οικονομικό μας πρόβλημα. Οσοι το διακινούν μας κοροϊδεύουν και προσπαθούν να αξιοποιήσουν ένα σοβαρό ζήτημα εξωτερικής ή, αν προτιμάτε, εθνικής πολιτικής για μικροκομματικά οφέλη.
Το δεύτερο που πρέπει να αποφασίσουμε είναι πώς θέλουμε τις σχέσεις μας με τη Γερμανία. Γιατί αν κρίνουμε από όσα ακούστηκαν στη Βουλή, πέρα από το να ζυμωνόμαστε διαρκώς μεταξύ μας, κάποιοι θέλουν να ξεκινήσουμε μια διεθνή καμπάνια να εκθέσουμε τη Γερμανία για τη συμπεριφορά της.
Αστεία πράγματα. Το τελευταίο που έχουν όρεξη οι Ευρωπαίοι εταίροι μας -για να μην πάμε μακρύτερα και χαθούμε τελείως- είναι να (ξανά)ανοίξουν το θέμα του πολέμου. Και μάλιστα στο μέσο μιας οικονομικής κρίσης που δοκιμάζει ήδη τις μεταξύ τους σχέσεις. Για να μην πούμε για το πολιτικό μας κεφάλαιο που έχουμε κατασπαταλήσει: καμπάνια για το σχέδιο Ανάν, καμπάνια για το «μακεδονικό», καμπάνια για το χρέος. Η Ελλάδα (μας... κακολογούν), μόνο προβλήματα ξέρει να βάζει.
Γι' αυτό όσοι προσδοκούν ιδιοτελή οφέλη κάνουν διπλό κακό: και στην υπόθεση των αποζημιώσεων και στη χώρα!

ΕΘΝΟΣ 28/4/13

Εμφύλιος υπουργών στη ΔΗΜΑΡ!



Το ότι θα παρακολουθούσαμε αριστερό ενδοκυβερνητικό εμφύλιο με αντικείμενο τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν το περιμέναμε. Αλλά βέβαια μόνο αριστερός δεν είναι ο εμφύλιος και ενδεχομένως ούτε ενδοκυβερνητικός. Στην πραγματικότητα, από τη μια πλευρά υπάρχουν οι εργατολόγοι με ό,τι εκπροσωπούν, όσους τους στηρίζουν κι ένα σύστημα από το οποίο θησαυρίζουν σε βάρος τελικά του δημόσιου συμφέροντος. Κι από την άλλη μια κακοσχεδιασμένη ίσως αλλά απόλυτα αναγκαία προσπάθεια εκλογίκευσης του δημόσιου τομέα. Την τελική πράξη δεν την έχουμε δει ακόμα.
Πρώτα το πρόβλημα: αυτήν τη στιγμή υπάρχουν χιλιάδες απασχολούμενοι στον δημόσιο τομέα οι οποίοι πληρώνονται παρανόμως. Εχουν προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου -κάποιες διάρκειας μόλις δύο μηνών- χωρίς εξετάσεις, για να καλύψουν έκτακτες ανάγκες. Σύμφωνα με τον νόμο η ανανέωση των συμβάσεων αυτών απαγορεύεται και έχουν απολυθεί. Εχουν κερδίσει όμως ασφαλιστικά μέτρα και έχουν επιστρέψει -πάντα προσωρινά- παίρνοντας κανονικά την αμοιβή τους, έως ότου υποτίθεται συζητηθεί η κύρια προσφυγή τους. Στην Ελλάδα ωστόσο το προσωρινό, όπως είναι γνωστό, κρατάει χρόνια.
Κι αυτό μόνο εν μέρει λόγω των γνωστών καθυστερήσεων της Δικαιοσύνης. Γιατί βέβαια η πραγματική ιστορία έχει πολλές σκοτεινές πλευρές. Η πρώτη είναι οι εργατολόγοι. Αυτοί προσεγγίζουν τους ενδιαφερόμενους και κάνουν ομαδικές προσφυγές ζητώντας τα ασφαλιστικά μέτρα. Αλλάζοντας τη σειρά των ονομάτων ωστόσο και με το ίδιο δικόγραφο, δεν κάνουν μία αλλά πολλές προσφυγές έως ότου πέσουν σε δικαστήριο που πείθεται από την επιχειρηματολογία τους. Οταν το πετύχουν παραιτούνται από τις υπόλοιπες.
Η δεύτερη πράξη αφορά τις αναβολές. Με τα ασφαλιστικά μέτρα εξασφαλισμένα, προσπαθούν με κάθε τρόπο να πετύχουν όσες περισσότερες αναβολές μπορούν. Τη μία επειδή απουσιάζουν οι μεν, την άλλη οι δε και πάει λέγοντας. Εδώ υπεισέρχεται και ο παράγων δήμαρχοι. Οι οποίοι σπανίως εμφανίζονται στο δικαστήριο να υποστηρίξουν την πλευρά του Δημοσίου με αποτέλεσμα και νέες αναβολές. Κι αυτό γιατί στην ουσία θέλουν να συνεχίσουν να απασχολούν τους εργαζομένους. Η διαδικασία πρόσληψης, βλέπετε, ελέγχεται από το ΑΣΕΠ, προβλέπει ωστόσο κοινωνικά κριτήρια, όχι εξετάσεις. Ετσι, τις περισσότερες φορές οι προσφεύγοντες είναι ρουσφέτια των δημάρχων.
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για εργαζομένους που καλύπτουν «πάγιες» ανάγκες των δήμων. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι δήμαρχοι αλλά και υπουργοί αποφεύγουν τις κανονικές προσλήψεις και επιλέγουν τις προσωρινές συμβάσεις. Το πρόσχημα που επικαλούνται είναι να αποφύγουν τη γραφειοκρατία, ωστόσο συνηθέστερα το κάνουν για να διορίσουν δικούς τους. Καταστρατηγούν έτσι κατάφωρα κάθε έννοια αξιοκρατίας. Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα. Από αναβολή σε αναβολή, οι εργαζόμενοι καταλήγει να απασχολούνται για χρόνια στο Δημόσιο -στις τηλεοράσεις εμφανίστηκε απασχολούμενος πάνω από 10 χρόνια- και βέβαια στο τέλος δημιουργείται κοινωνικό πρόβλημα.
Η παρέμβαση Μανιτάκη είχε αυτόν ακριβώς τον στόχο: να βάλει τέλος σε ένα καθεστώς που αποτελούσε τη χειρότερη εκδοχή του πελατειακού κράτους προβλέποντας χρονικό περιορισμό στην ισχύ των ασφαλιστικών μέτρων. Οπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα ωστόσο, όσοι υπερασπίζονται το ρουσφέτι -ή θησαυρίζουν από αυτό- βρέθηκαν να επικαλούνται το Σύνταγμα και τα ιερά δικαιώματα των εργαζομένων.
Οι λόγοι της αντίδρασης του κ. Ρουπακιώτη δεν είναι γνωστοί. Μπορεί να πικαρίστηκε που τον αγνόησαν. Οχι άδικα. Μπορεί να αναζητά μια πιο κομψή νομοτεχνική διατύπωση, λιγότερο ανοικτή σε πιθανές καταχρήσεις, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα - παρότι την πρόταση του κ. Μανιτάκη τη συνέταξε η Ενωση των Ελλήνων Δικονομολόγων. Θα ήταν αδιανόητο να υπερασπίζεται απλώς τα συμφέροντα των εργατολόγων.

ΕΘΝΟΣ 28/4/13