Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012




ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΟΗΣΙΕΣ


Η πιο αφόρητη κοινοτοπία κινδυνεύει να γίνει αυτό το περίφημο «δίκαιο φορολογικό σύστημα». Το οποίο θα έρθει υποτίθεται να θεραπεύσει πάσα οικονομική μας νόσο. Δεν φταίμε εμείς, βλέπετε, που παρανομούμε. Φταίει ο νόμος! Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων φορολογικές αδικίες γίνονται και μπορεί να γίνουν πολλές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η νέα κλίμακα που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες, με βάση την οποία οι μισθωτοί χωρίς παιδιά θα πληρώσουν μειωμένο φόρο, αν έχουν όμως παιδιά η φορολογική τους επιβάρυνση θα αυξηθεί.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να καταλάβει κανείς ότι πρόκειται για ανοησία που δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ούτε από τα κόμματα της συμπολίτευσης. Ας την αλλάξουν λοιπόν τώρα.
Από εκεί και πέρα ωστόσο ποιο είναι άραγε εκείνο το φορολογικό σύστημα που θα αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή ώστε να πάψουν οι μισθωτοί να είναι τα γνωστά υποζύγια; Τι θα υποχρεώσει για παράδειγμα μια επιχείρηση να πάψει να εκδίδει πλαστά και εικονικά τιμολόγια για να κλέβει τον ΦΠΑ;
Και δεν είναι μόνο οι επιχειρήσεις. Μια πρόσφατη έρευνα για τη φοροδιαφυγή έδειξε ότι το περισσότερο μαύρο χρήμα βρίσκεται στον τομέα της εκπαίδευσης. Μπορεί όμως να υποστηρίξει κανείς στα σοβαρά ότι αυτό οφείλεται στον φορολογικό νόμο; Φταίει ο νόμος για τα παράνομα ιδιαίτερα; Ή μήπως πάλι φταίει η φορολογική νομοθεσία για το φακελάκι ή για το ότι τα μισά εστιατόρια εξακολουθούν να μην κόβουν αποδείξεις;
Για να μη θυμηθούμε δηλαδή τις καταγγελίες του πρώην γενικού γραμματέα πληροφοριακών συστημάτων του υπουργείου Οικονομικών για το περίφημο 4-4-2. Το ότι δηλαδή από το προβλεπόμενο πρόστιμο, το 40% χαρίζεται, το 40% το βάζει στην τσέπη ο εφοριακός και μόνο το 20% πηγαίνει στο κράτος. Φταίει ο νόμος;
Εντάξει είναι λίγο απλουστευτική η προσέγγιση. Προφανώς μπορεί να γίνουν πολλά κυρίως στην κατεύθυνση της απλοποίησης της νομοθεσίας ώστε να περιοριστούν οι δυνατότητες παράκαμψης του νόμου και η αυθαιρεσία.
Ομως όλοι ξέρουμε ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο νόμος, αλλά η εφαρμογή του. Κατ' αρχάς λόγω των αδυναμιών της διοίκησης. Είναι η διαφθορά, που έχει γίνει ενδημική, αλλά είναι και η γενικότερη δυσλειτουργία του δημόσιου τομέα. Οχι μόνο επειδή απουσιάζει κάθε έννοια αξιολόγησης, αλλά και γιατί τα τρία τελευταία χρόνια επικρατεί κλίμα διάλυσης εξαιτίας των αντιδράσεων που προκαλούν οι περικοπές.
Στην αδυναμία της διοίκησης προστίθεται βέβαια και το ζήτημα της Δικαιοσύνης με τις γνωστές καθυστερήσεις που κάνουν πρακτικά αδύνατη την επιβολή ποινών και την είσπραξη των προστίμων.
Και όλα αυτά μέσα σε ένα γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο που ουσιαστικά νομιμοποιεί ηθικά τη φοροδιαφυγή. Αυτό γίνεται σε πολλά επίπεδα. Γίνεται από τον μαγαζάτορα στο νησί που αναρωτιέται γιατί να κόψει απόδειξη και να πληρώσει φόρο, όταν το κράτος δεν έχει φέρει γιατρό στο Κέντρο Υγείας ή δάσκαλο στο σχολείο.
Γίνεται από τον μισθωτό που μπαίνει σε διαπραγμάτευση να πληρώσει - τόσο με απόδειξη, τόσο χωρίς απόδειξη.
Γίνεται από τους πολιτικούς που δηλώνουν ότι πρώτα πρέπει να πληρώσουν οι μεγάλοι φοροφυγάδες και μετά να δούμε τι γίνεται με τους υπόλοιπους βάζοντας τη νομιμότητα υπό διαπραγμάτευση.
Γίνεται φυσικά και από εμάς τους δημοσιογράφους που κάθε φόρο, αδιακρίτως, τον ονομάζουμε χαράτσι, πάντοτε φυσικά με την επίκληση της αδικίας. Γι' αυτό πρέπει ίσως εμείς πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε: δίκαιο φορολογικό σύστημα ή ένα ακόμα άλλοθι για να μην αλλάξει τίποτα;

ΕΘΝΟΣ 1/12/12

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012




ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΕΥΡΩ



Η Ελλάδα σε Μνημόνιο, η Πορτογαλία σε Μνημόνιο, η Ιρλανδία το ίδιο, η Ισπανία σε κρίση, τώρα και η Κύπρος σε Μνημόνιο. Τελικά μπορείτε να μου πείτε μια χώρα που ευνοήθηκε από το ευρώ; Η ερώτηση απευθύνθηκε σε μια ομάδα καθηγητών των Οικονομικών στη διάρκεια πρόσφατης εκδήλωσης. Και η απάντηση ήρθε σχεδόν αυθόρμητα: φυσικά η Γερμανία.
Πράγματι, το ευρώ, όλοι συμφωνούν, έχει βοηθήσει ιδιαίτερα τη Γερμανία και τις εξαγωγές της. Η συλλογιστική πηγαίνει περίπου ως εξής: αν είχε διατηρήσει το μάρκο, τότε η τιμή του θα ήταν υψηλότερη από το ευρώ και άρα οι γερμανικές εξαγωγές θα ήταν σημαντικά ακριβότερες.
Η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας δηλαδή ενισχύθηκε σημαντικά από το ευρώ, με αποτέλεσμα υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, χωρίς το ευρώ το γερμανικό ΑΕΠ το 2010 θα ήταν κατά 50 με 60 δισεκατομμύρια ευρώ λιγότερο και η ανάπτυξη χαμηλότερη κατά 2%.
Οπως συνήθως συμβαίνει, ωστόσο, αυτό είναι μόνο το ένα μέρος της απάντησης. Γιατί η Γερμανία προετοιμάστηκε για το ευρώ και έκανε τη δική της εσωτερική υποτίμηση πριν ξεσπάσει η κρίση. Ετσι στη δεκαετία 1999 ? 2008 το κόστος εργασίας στη Γερμανία μειώθηκε κατά 15%. Στο ίδιο διάστημα το κόστος εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 23%!
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως όταν ξέσπασε η κρίση, η αυστηρή κ. Μέρκελ αποδείχθηκε πολύ πιο κεϊνσιανή από όσο νομίζουμε, αυξάνοντας κατά τρεις μονάδες του ΑΕΠ τις δαπάνες για να αποφύγει την ύφεση. Και το έκανε ακριβώς γιατί είχε φροντίσει να έχει τα περιθώρια να το κάνει.
Ακριβώς ό,τι δεν έκανε η Ελλάδα. Μπήκαμε στο ευρώ πανηγυρίζοντας για τα πολιτικά και τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, το ότι βρεθήκαμε στον πυρήνα της Ευρώπης και στο κέντρο λήψης των αποφάσεων. Τρομάρα μας! Συμπεριφερθήκαμε όμως σαν νεόπλουτοι.
Το ευρώ για την ελληνική οικονομία προσέφερε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Χαμηλό πληθωρισμό και χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που παλαιότερα ήταν αντιμέτωπες με απαγορευτικό κόστος χρήματος ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γίνουν ανταγωνιστικές διεθνώς.
Αν είχαμε αξιοποιήσει αυτά τα πλεονεκτήματα για να κάνουμε παραγωγικές επενδύσεις, σήμερα και η παραγωγικότητα θα είχε αυξηθεί και θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε υψηλότερα εισοδήματα. Αντί γι' αυτά, χρησιμοποιήσαμε τα δάνεια για να χρηματοδοτήσουμε μια ψεύτικη ευημερία και για να αποκτήσουμε το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα στον κόσμο!
Η ένταξη στο ευρώ ήταν μια μεγάλη επιτυχία και μια κορυφαία στρατηγική επιλογή. Προϋπέθετε ωστόσο και τον ανάλογο στρατηγικό σχεδιασμό, πολιτικές που θα διασφάλιζαν ότι θα το αξιοποιούσαμε. Δυστυχώς, το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο να το κάνει. Και δεν έχει την παραμικρή δικαιολογία. Γιατί τους κινδύνους τους γνωρίζαμε από την πρώτη στιγμή.
Την αποτυχία αυτή, την αποτυχία δηλαδή να βάλει όλες εκείνες τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες που θα απέτρεπαν τη δημοσιονομική εκτροπή, την ομολόγησε για πρώτη φορά δημόσια προχθές ο τότε υπουργός των Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης. Είναι όμως αργά.
Πολύ μεγαλύτερες φυσικά είναι οι ευθύνες των επόμενων κυβερνήσεων του κ. Καραμανλή, ευθύνες τις οποίες ουδείς είχε το θάρρος να τις αναλάβει. Οπως φυσικά ευθύνες είχαν τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και τα Μέσα Ενημέρωσης. Στην κορύφωση της σπατάλης αντί να μιλάμε για αυτοσυγκράτηση φωνάζαμε για τη «φτωχοποίηση» της κοινωνίας. Και να ξέραμε τι ερχόταν.

ΕΘΝΟΣ 30/11/12



ΒΟΛΕΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ



Η Κεντροαριστερά, για τους φίλους της, τον τελευταίο καιρό θυμίζει λίγο την Ευρωζώνη. Ολοι αναγνωρίζουν ότι βρίσκεται σε κρίση και όλοι, όμως, πιστεύουν ότι θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Κανείς, ωστόσο, δεν είναι σε θέση να προτείνει μια ρεαλιστική λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει είναι διπλός, ένας εξωτερικός, από την πολιτική συγκυρία, και ένας εσωτερικός. Ο πρώτος απορρέει από την πίεση που δέχεται συνολικά ο χώρος ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στον ΣΥΡΙΖΑ.
Οσο οξύνεται μάλιστα η πολιτική αντιπαράθεση, τόσο θα δυσκολεύει η θέση της Κεντροαριστεράς. Μπροστά στο μείζον, την παραμονή δηλαδή στο ευρώ, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης θα έχουν την τάση να ενισχύσουν τη Νέα Δημοκρατία. Οσο γι' αυτούς που αποξενώνει η πολιτική της λιτότητας, η λογική επιλογή τους θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό φυσικά το καταλαβαίνουν πολύ καλά τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στη ΔΗΜΑΡ. Και όπως δείχνουν τα πράγματα -αυτός είναι ο δεύτερος, εσωτερικός κίνδυνος-, τείνουν να συμβιβαστούν με την ιδέα να παραμείνουν συμπληρωματικές της Νέας Δημοκρατίας δυνάμεις, οι μικροί εταίροι του συνασπισμού εξουσίας.
Το γιατί έχει ονοματεπώνυμο: Βαγγέλης Βενιζέλος και Φώτης Κουβέλης. Και οι δύο εμφανίζονται απόλυτα συμφιλιωμένοι με μια τέτοια προοπτική, προτιμούν να διαφυλάξουν την κομματική τους εξουσία από το να μπουν στην περιπέτεια μιας αβέβαιης υπέρβασης.
Γιατί, για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι με τα σημερινά δεδομένα η ανάκαμψη της Κεντροαριστεράς είναι μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση. Κι ίσως είναι αναπόφευκτο να χρειαστεί να διασχίσει την έρημο πριν φτάσει στη γη της επαγγελίας.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν ο χώρος θέλει και φυσικά μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία. Αν η απάντηση είναι θετική -και για ποιον άλλο λόγο μπορεί να υπάρχει ένα κόμμα-, τότε είναι φανερό πως ούτε το σημερινό ΠΑΣΟΚ ούτε η ΔΗΜΑΡ μπορούν μόνα τους να το πετύχουν.
Είναι άκαιρο να τεθεί το ερώτημα αν χρειάζεται ένα καινούργιο κόμμα. Εκείνο που σίγουρα είναι αναγκαίο είναι να αναληφθούν ουσιαστικές πρωτοβουλίες για τη συνάντηση όλων των δυνάμεων που κινούνται σε αυτόν τον χώρο.
Οχι για να διαμορφωθεί ένας υπερκομματικός χυλός, ούτε για να ικανοποιηθούν οι προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων - κι αν υπάρχουν τέτοιες. Αλλά για να απαντηθεί το κρίσιμο ερώτημα γιατί η Κεντροαριστερά -ή αν προτιμάτε η Σοσιαλδημοκρατία- σήμερα.
Εχει κάτι το διαφορετικό να προτείνει από τη σημερινή κυβερνητική διαχείριση; Κάτι που να αφορά τον πολίτη, τον άνεργο, τον επαγγελματία ή τον επιχειρηματία που βουλιάζουν στην ύφεση; Γιατί είναι αλήθεια ότι ο μεταρρυθμιστικός λόγος στη χώρα μας ορισμένες φορές παίρνει έναν θεολογικό χαρακτήρα, εκτρέπεται σε μια αφ' υψηλού διδασκαλία με λίγα πρακτικά αποτελέσματα. Ενδεχομένως ακόμα να μην έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο. Ετσι κι αλλιώς αυτές οι διαδικασίες είναι επίπονες κι ο χώρος πάσχει από την ασθένεια της αμοιβάδας: διαιρείται και πολλαπλασιάζεται από μόνος του. Ο κίνδυνος ατέρμονων συζητήσεων χωρίς αποτέλεσμα είναι υπαρκτός.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ολοι καταλαβαίνουν ότι κάτι πρέπει να γίνει, ότι αν δεν επιτευχθεί η συσπείρωση, ο χώρος κινδυνεύει να μονοπωληθεί από μια οπισθοδρομική και δογματική Αριστερά που θα οδηγούσε τη χώρα δεκαετίες πίσω. Οπως, όμως, όλοι επίσης καταλαβαίνουν, ένα κομματικό συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν είναι η απάντηση!

ΕΘΝΟΣ 29/11/12

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012




Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ ΥΠΟΥΡΓΟΣ



Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει καλά καλά η είδηση για την απελευθέρωση της δόσης και το νέο «κούρεμα» του χρέους -γιατί για «κούρεμα» ύψους 40 δισ. πρόκειται- και αρχίσαμε. Τι για τραυμαπλάστ ακούσαμε, τι για δόση-δηλητήριο. Είτε δεν ξέρουμε τι θέλουμε είτε αναζητούμε προσχήματα.
Να το πούμε καθαρά, λοιπόν. Το χρέος τεχνικά είναι βιώσιμο - ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν πως ήταν και πριν από το «κούρεμα». Το κρίσιμο μέγεθος, επισημαίνουν, είναι το ύψος των τόκων που πληρώνουμε. Εφόσον μπορούμε να το εξυπηρετούμε, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.
Πριν από το Eurogroup πληρώναμε περίπου το 6% του ΑΕΠ για τόκους. Ποσό που εύκολα αντέχει η οικονομία, αν θυμηθούμε ότι το 2000 πληρώναμε για τόκους το 7% του ΑΕΠ. Μετά την προχθεσινή απόφαση για «κούρεμα» οι τόκοι αναμένεται να μειωθούν κι άλλο, ίσως κάτω και από το 5%. Αν αυτό δεν είναι μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη, τότε τι ζητάμε, άραγε;
Τελειώσαμε, δηλαδή; Φυσικά, όχι. Γιατί ακόμα και αν το χρέος έχει μπει σε βιώσιμη τροχιά, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να βγούμε στις διεθνείς αγορές και δεν προβλέπεται να μπορέσουμε πριν από το 2020. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε τα δάνειά μας και θα πρέπει να συνεχίσει να μας δανείζει η Ευρώπη και μετά το 2015.
Με άλλα λόγια, θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε υπό στενή παρακολούθηση -επιτήρηση αν θέλετε- και μετά το τέλος του Μνημονίου.
Είναι μια κουβέντα, βλέπετε, να κατηγορούμε εμείς την κ. Μέρκελ για τη λιτότητα και κάτι τελείως διαφορετικό για τον Γερμανό υπουργό των Οικονομικών να πρέπει να εξηγήσει στους πολίτες της χώρας του γιατί το 2019 θα πρέπει να ξαναδανείσει την Ελλάδα με κάποια δισ. ευρώ.
Ο μόνος τρόπος να χειραφετηθούμε είναι να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας και να μπορέσουμε να βγούμε στις διεθνείς αγορές. Ας αποφασίσουμε εμείς ποιος είναι ο πιο σύντομος δρόμος.
Εχει αρχίσει, βέβαια, να αναπτύσσεται μια δεύτερη «γραμμή άμυνας» όσων εξακολουθούν να μη θέλουν να δουν την πραγματικότητα. Το 2009, λένε, το χρέος ήταν 120% του ΑΕΠ. Υστερα από 10 χρόνια λιτότητας θα επιστρέψουμε στο 124% και απλώς θα βαφτίσουμε αυτό το χρέος βιώσιμο.
Αρα, συμπεραίνουν, το χρέος ήταν απλώς ένα πρόσχημα για να γίνει μια άνευ προηγουμένου ταξική επίθεση σε μισθούς και συντάξεις! Επιμελώς αποκρύπτουν, βέβαια, δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι το 2009 είχαμε έλλειμμα κάποιων δεκάδων δισ., άρα μόνο ως ανέκδοτο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το χρέος βιώσιμο.
Δεύτερον, ότι ακόμα και με τον Χάρι Πότερ υπουργό των Οικονομικών ο περιορισμός του ελλείμματος θα προκαλούσε ύφεση, που αυτή κυρίως εξηγεί γιατί το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθεί να ανεβαίνει τόσο πολύ. Η ύφεση, μάλιστα, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν κόβαμε το έλλειμμα μια κι έξω, αν αρνούμασταν δηλαδή τον δανεισμό της τρόικας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν λάθη ή ότι δεν μπορεί να γίνουν κι άλλα. Και είναι κρίσιμο η ρευστότητα που θα αποκομίσουν οι τράπεζες να πάει στην πραγματική οικονομία και να χρηματοδοτήσει τη νέα επιχειρηματικότητα που τόσο έχουμε ανάγκη.
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ το μεγαλύτερο οικονομικό και ταυτόχρονα πολιτικό μας πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι στιγμής κανένα κόμμα δεν έχει πει κάτι το ουσιαστικό. Ιδεολογικές αερολογίες και ευχολόγια.

ΕΘΝΟΣ 28/11/12



ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ



Στην αντιπαράθεση της Αργεντινής με τους δανειστές της, όλοι είμαστε με την Αργεντινή. Ο,τι και αν πιστεύουμε για την πολιτική της κ. Kριστίνα Φερνάντεζ, κανείς δεν μπορεί να συνταχθεί με τους κερδοσκόπους που αρνούνται την αναδιάρθρωση του αργεντίνικου χρέους, επενδύοντας ουσιαστικά σε μια νέα χρεοκοπία της χώρας.
Ακόμα και μια ενδεχόμενη επιτυχία της κ. Φερνάντεζ, ωστόσο, θα ήταν ικανός λόγος για την Ελλάδα να μην ακολουθήσει το παράδειγμά της. Πόσω μάλλον η διαφαινόμενη αποτυχία. Γιατί επιβεβαιώνονται μέχρι κεραίας όλα αυτά για τα οποία προειδοποιούν όσοι αντιτίθενται στη λογική τού δεν πληρώνουμε το χρέος.
Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το συγκεκριμένο πρόβλημα που ανέκυψε είναι ουσιαστικά πολιτικό. Η κ. Φερνάντεζ θεωρεί ότι ένα κυρίαρχο κράτος, όπως η Αργεντινή, δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει όσους ομολογιούχους αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στο «κούρεμα» του χρέους μετά την πτώχευση της χώρας το 2001.
Ενα δικαστήριο των ΗΠΑ θεώρησε την απόφασή της αυτή παράνομη και τώρα, αν δεν πληρώσει, κινδυνεύει να κηρυχθεί η χώρα σε χρεοκοπία με ό,τι αυτό συνεπάγεται ? ήδη ένα εκπαιδευτικό πλοίο του πολεμικού της ναυτικού είναι δεσμευμένο στην Γκάνα. Αυτά για όσους ήθελαν να αρνηθεί και η Ελλάδα να πληρώσει όσους δεν πήραν μέρος στο «κούρεμα».
Ομως τα προβλήματα της κ. Φερνάντεζ είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Εδώ και αρκετούς μήνες στην Αργεντινή, για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό πρέπει να δηλώσει πού πηγαίνει, γιατί πηγαίνει και να δώσει και τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Η δικαιολογία είναι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Στην πραγματικότητα, η χώρα ξεμένει από συνάλλαγμα.
Μετά τη χρεοκοπία, η Αργεντινή δεν έχει καταφέρει ακόμα να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές και δεν μπορεί να δανειστεί. Ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 25%, ενώ γίνεται και έρευνα από το ΔΝΤ για μαγειρεμένα στοιχεία, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυρώσεις.
Θεωρητικά, η χώρα θα μπορούσε να υποτιμήσει το νόμισμά της κι άλλο για να αποθαρρύνει τις εισαγωγές και να ενισχύσει τις εξαγωγές. Ξέρουν, όμως, ότι αυτό θα οδηγούσε σε πληθωριστικό φαύλο κύκλο, καθώς οι τιμές των εισαγομένων θα εκτινάσσονταν στα ύψη. Προτίμησαν, λοιπόν, να βάλουν διοικητικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και στην κίνηση κεφαλαίων και να υποχρεώνουν τους εξαγωγείς να εισάγουν μέσα σε 90 ημέρες όλο το συνάλλαγμα που παίρνουν.
Η πολιτική αυτή, ωστόσο, πλήττει την αργεντίνικη οικονομία και τις εξαγωγές της, που για την παραγωγή τους στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι ύφεση και πολιτική αναταραχή, με τους εργαζόμενους να κατεβαίνουν σε γενική απεργία πριν από λίγες ημέρες. Και όλα αυτά παρά το ότι:
Πρώτον, η Αργεντινή έχει εμπορικό πλεόνασμα και θεωρητικά μπορούσε να μην έχει συναλλαγματικό πρόβλημα. Ο πληθωρισμός, όμως, έδιωξε τις καταθέσεις στο εξωτερικό και η τεχνητά υψηλή τιμή του πέσο φούντωσε τη μαύρη αγορά συναλλάγματος.
Δεύτερον, έχει δικό της νόμισμα και άρα μπορούσε να λύσει προβλήματα ανταγωνιστικότητας με την υποτίμηση. Για την Ελλάδα αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με έξοδο από το ευρώ.
Τρίτον, μπορεί να επιβάλει περιορισμούς στις εισαγωγές και την κίνηση κεφαλαίων. Αν αυτό το έκανε μονομερώς η Ελλάδα, ουσιαστικά θα έπρεπε να βγει όχι μόνο από την Ευρωζώνη αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ενωση!
Αυτά για τους εγχώριους Πινόκιο ή ?αν προτιμάτε- τους εγχώριους Χάρι Πότερ!

ΕΘΝΟΣ 27/11/12



Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ


Η δήλωση του Γερμανού υφυπουργού Γιόαχιμ Φούχτελ για την παραγωγικότητα των εργαζομένων στους δήμους κυριάρχησε στην επικαιρότητα την προηγούμενη εβδομάδα. Αντιθέτως ελάχιστα σχολιάστηκε μια άλλη δήλωση Γερμανού πολιτικού, του προέδρου των Σοσιαλδημοκρατών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, να πληρώσουν οι Ελληνες πλούσιοι. Και, όμως, στα πολιτικά μας πράγματα αυτό θα είναι το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων μηνών.
Εντάξει, με τα σημερινά δεδομένα ακούγεται κάπως ειρωνικό. Μέχρι στιγμής την κρίση την πληρώνουν δυσανάλογα σκληρά οι άνεργοι, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Το να μιλά κανείς για τους πλούσιους και για δικαιότερη κατανομή των βαρών, όσο και αν είναι ή θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, μοιάζει σαν να ρίχνει στάχτη στα μάτια όσων υποφέρουν.
Κι όμως, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό αν θα μπουν οι βάσεις για μια πραγματική ανασυγκρότηση της οικονομίας ή αν θα οδηγηθούμε στη νεκρανάσταση του ίδιου άρρωστου μοντέλου που ευθύνεται για το σημερινό παραγωγικό αδιέξοδο.
Το πρώτο ζήτημα, που ήδη μπαίνει, αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι σαφές ότι εξαιτίας της ύφεσης οι τιμές της δημόσιας περιουσίας είναι δραματικά υποτιμημένες. Ετσι είναι πολύ σοβαρός ο κίνδυνος κερδοσκοπικών ιδιωτικοποιήσεων. Αγοράζω κάτι φτηνά, για να το πουλήσω σε λίγα χρόνια ακριβότερα και να αποκομίσω την υπεραξία. Αυτό θα είναι έγκλημα. Είναι κατά συνέπεια ανάγκη οι ιδιωτικοποιήσεις να συνδεθούν με συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια και δεσμεύσεις για επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Αλλά, βέβαια, και με ρήτρες για όσους ενδεχομένως επιδιώκουν το εύκολο κέρδος.
Το δεύτερο και ακόμα πιο σοβαρό ζήτημα αφορά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Μέχρι στιγμής αυτό που έχει κυριαρχήσει στην ειδησεογραφία αφορά την τύχη των σημερινών μετόχων και το αν θα διατηρήσουν το μάνατζμεντ καταθέτοντας το 10% του απαιτούμενου κεφαλαίου ή αν όλες οι σοβαρές αποφάσεις θα περάσουν στον επίτροπο που θα διορίσει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Το πραγματικό ζητούμενο, ωστόσο, είναι οι όροι με τους οποίους θα γίνει η δανειοδότηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Η κατάσταση γνωστή: πάρα πολλές επιχειρήσεις είναι υπερχρεωμένες, ουσιαστικά αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, αν δεν στηριχθούν. Και πάλι ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι να προστατευτούν οι θέσεις εργασίας και το παραγωγικό δυναμικό. Με την εξυγίανση, όμως, των επιχειρήσεων, όχι με τη διατήρηση ενός εξωπραγματικού δανεισμού που μεγαλώνει αντί να λύνει τα προβλήματα και απλώς τα μεταθέτει για το μέλλον. Κι αυτό συνεπάγεται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Κατ' αρχας ένα ρεαλιστικό πλάνο βιωσιμότητας. Δεν έχει κανένα νόημα να συντηρούνται στη ζωή θνησιγενείς επιχειρήσεις. Σε όσες μπορούν να τα καταφέρουν, έχει ασφαλώς νόημα να γίνει αναδιάρθρωση των χρεών τους. Οχι, όμως, με χαριστικούς όρους: θέλουμε να σωθούν οι επιχειρήσεις, όχι οι μέτοχοι. Και αυτό συνεπάγεται σαφείς και συγκεκριμένους κανόνες που θα ισχύσουν για όλους.
Δεν θα είναι εύκολο. Οχι μόνο γιατί διακυβεύονται συμφέροντα, αλλά και γιατί πρόκειται για μια πολύ δύσκολη άσκηση. Οι σωστές αποφάσεις μπορεί να εξυγιάνουν έναν κλάδο. Οι λάθος αποφάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε αναίτια λουκέτα ή σε ανακύκλωση του προβλήματος.
Η άσκηση έχει γίνει ξανά και ξανά σε πολλές χώρες στον κόσμο, αλλού με επιτυχία, αλλού όχι. Κι έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αναπτυξιακή τους πορεία. Είναι γι' αυτό ιδιαίτερα σημαντικό να κάνουμε και στην Ελλάδα αυτήν τη συζήτηση. Με διαφάνεια και όχι πίσω από κλειστές πόρτες. Αλλά και με ρεαλισμό, όχι με συνθήματα.

ΕΘΝΟΣ 26/11/12

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012




ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ "ΧΟΝΤΡΗ ΚΥΡΙΑ"



Το 1919 ένας νεαρός οικονομολόγος εξέδωσε ένα βιβλίο που έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ με τον τίτλο «Οι οικονομικές επιπτώσεις της ειρήνης». Σε αυτό υποστή­ριζε ότι οι οικονομικές επανορθώσεις που επιβλή­θηκαν στη Γερμανία ήταν δυσβάσταχτες και θα είχαν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή της οικονομίας της, πολιτική και κοινωνική αναταραχή και τελικά έναν νέο πόλεμο σε μια εικοσαετία - πρόβλεψη που αποδείχθηκε ανατριχιαστικά ακριβής. Το όνομά του ήταν Τζον Μέιναρντ Κέινς.
Η θέση του αυτή αμφισβητήθηκε έντονα και ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών για το αν πράγματι μπορούσε η Γερμανία να πληρώσει τα ποσά που της επιβλήθηκαν. Σίγουρα, δεν ήθελε. Με βάση τη θεωρία του «πισώπλατου χτυπήματος» που τόσο βοήθησε τον Χίτλερ, για την ήττα της υπεύθυνος ήταν ο εσωτερικός εχθρός που πρόδωσε τη χώρα. Και μόλις αποσύρθηκαν τα συμμαχικά στρατεύματα από το γερμανικό έδαφος σχεδόν σταμάτησε να πληρώνει.
Παραδόξως, και τα δύο στοιχεία φαίνεται να ισχύουν για την Ελλάδα. Εχουμε ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των περισσότερων οικονομολόγων δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το ξεπληρώσουμε. Και επιπλέον για ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων, το χρέος αυτό δεν πρέπει να πληρωθεί, καθώς δημιουργήθηκε από μια οιονεί προδοτική πολιτική τάξη που το κατασπατάλησε σε έργα βιτρίνας και σε μίζες.
Είναι προφανές ότι το δεύτερο συναρτάται με το πρώτο: όσο οι πολίτες απελπίζονται, όσο έχουν την αίσθηση ότι κάνουμε θυσίες χωρίς να οδηγούμαστε πουθενά τόσο περισσότερο μπαίνουν στον πειρασμό να γίνουμε Κούγκι, στη λογική χειρότερα δεν γίνεται.
Φυσικά, τα πράγματα μπορούν να γίνουν -και μάλιστα πολύ- χειρότερα. Γι' αυτόν τον λόγο, ωστόσο, όλοι πια κατανοούν ότι πολιτικά πρέπει να φύγει το σύννεφο της αβεβαιότητας πάνω από την Ελλάδα. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια οριστική επίλυση του ζητήματος χρηματοδότησης του ελληνικού χρέους.
Πριν από λίγες μόλις εβδομάδες λέγαμε ότι στόχος μας είναι να είμαστε μέσα στην Ευρωζώνη όταν θα δοθεί η οριστική λύση κάποια στιγμή μετά τις γερμανικές εκλογές. Να είμαστε στο τραπέζι για να μην είμαστε στο μενού. Ξαφνικά, ο πήχης ανέβηκε. Και τώρα δεν μας αρκεί η δόση ακόμα και των 44 δισεκατομμυρίων. Θέλουμε να αντιμετωπιστεί οριστικά το ελληνικό πρόβλημα.
Αυτό, βέβαια, προέκυψε κυρίως από την πίεση του ΔΝΤ και της κ. Λαγκάρντ. Στο τραπέζι, όμως, πια είναι και η αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς δημιουργήθηκαν ?πρόωρα- υψηλές προσδοκίες. Πρόκειται για μια κίνηση υψηλού ρίσκου με πολλά και αρκετά πιθανά, δυσάρεστα αποτελέσματα. Αν πετύχει, ωστόσο, θα είναι η αρχή της εξόδου από την κρίση. Αύριο θα μάθουμε περισσότερα.
Τα πραγματικά στοιχεία του χρέους είναι, βέβαια, γνωστά. Αυτήν τη στιγμή η Ελλάδα χρωστάει περίπου 340 δισεκατομμύρια. Το χρέος σε ευρώ είναι περίπου το ίδιο με το 2010, επειδή όμως βρισκόμαστε σε ύφεση και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν έχει μειωθεί, έχει κάνει άλμα από το 155% του ΑΕΠ στο 176%! Τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξηθεί κι άλλο και να κορυφωθεί το 2014 σε λίγο πάνω από το 190% του ΑΕΠ και στη συνέχεια σταδιακά θα αρχίσει να μειώνεται και να πέσει στο 146% το 2020.
Τα στοιχεία αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετα. Λίγο να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ή να πάνε καλύτερα οι αποκρατικοποιήσεις ή να έχουμε μεγαλύτερο πλεόνασμα στον προϋπολογισμό και μπορεί να αλλάξουν εντυπωσιακά. Και, άλλωστε, όπως σωστά είπε ο κ. Σόιμπλε, γιατί είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα αν το χρέος πέσει στο 120% του ΑΕΠ το 2022 και όχι το 2020;
Η απάντηση, φυσικά, βρίσκεται στις αγορές. Με τόσο υψηλό χρέος θεωρείται απίθανο να μας δανείζουν. Θα χρειαστεί κατά συνέπεια να μας δώσει επιπλέον χρήματα η Ευρώπη - της τάξεως των 40 δισεκατομμυρίων έως το 2020 και άλλα τόσα έως το 2030. Ενα τρίτο πακέτο, όμως, για την Ελλάδα θεωρείται πολιτικά ανέ­φικτο. Κατά συνέπεια, είναι προτιμότερο να γί­νει μια αναδιάρθρωση τώρα, η οποία επιπλέον θα αποτρέψει και την πιθανότητα ατυχήματος.
Γιατί, βέβαια, όσο δεν δύνεται λύση, όσο συνεχίζεται η αβεβαιότητα τόσο θα συνεχίζεται η ύφεση και θα διαρρέουν οι καταθέσεις ? η υπόθεση της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα γίνει μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», σημειώνουν οι οικονομολόγοι.
Κρίσιμος παράγοντας, φυσικά, είναι και τα επιτόκια. Με 340 δισεκατομμύρια χρέος η Ελλάδα πληρώνει για τόκους το 2012 περίπου 11 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό αντιστοιχεί σε ένα επιτόκιο κοντά στο 3% και σημαίνει ότι αφιερώνουμε λίγο πάνω από το 5% του ΑΕΠ στην πληρωμή τόκων. Αν είχαμε δανειστεί με το 6% που έφτασαν να δανείζονται Ισπανία και Ιταλία, τότε θα πληρώναμε 18 δισεκατομμύρια για τόκους. Θα χρειαζόμασταν, δηλαδή, το 9% του ΑΕΠ για την πληρωμή μόνο των τόκων.
Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς τι θα σήμαινε αυτό όταν το σύνολο των φορολογικών μας εσόδων δεν ξεπερνά τα 50 δισεκατομμύρια. Αφόρητες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ήδη κλονισμένη κοινωνική συνοχή.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Στην οριστική λύση που επιδιώκει η κ. Λαγκάρντ είμαστε αναγκασμένοι να πάμε αργά ή γρήγορα - το ξέρουν όλοι, το ξέρει και η κ. Μέρκελ. Παραδόξως μετά τη συζήτηση που έγινε στη γερμανική Βουλή, της είναι τώρα πιο εύκολο να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Ολα τα κόμματα την επέκριναν γιατί συντηρεί την εκκρεμότητα με την Ελλάδα. Κατά συνέπεια, δεν κινδυνεύει πλέον να κατηγορηθεί ότι υποκύπτει στον εκβιασμό του ΔΝΤ και των Ελλήνων.
Για όσους αγαπούν τις ιστορικές αναλογίες, αξίζει να επισημανθεί ότι το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί πριν από λίγες δεκαετίες, όταν ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ υπέγραψε την οριστική συμφωνία για τα σύνορα με την Πολωνία. Στην αρχή φάνηκε να διαφωνεί και όταν σύσσωμη η αντιπολίτευση τον κατέκρινε ότι ανοίγει ένα τόσο επικίνδυνο θέμα, υπέγραψε σίγουρος ότι δεν θα υποστεί κριτική για ενδοτισμό. Ας ελπίσουμε ότι η μαθήτρια θα θυμηθεί τον δάσκαλο!

ΕΘΝΟΣ 25/11/12