Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012



Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΕΝΤΡΟΔΕΞΙΑΣ;




Οταν διασχίζεις τον δρόμο, προσέχεις να μη σε πατήσουν τα αυτοκίνητα. Δεν σκέφτεσαι αν το τσιγάρο που καπνίζεις θα σου προκαλέσει καρκίνο. Το επιχείρημα αυτό επικαλούνται σήμερα ορισμένοι, όπως ο κ. Μ. Χρυσοχοΐδης, για να υπογραμμίσουν την ανάγκη συσπείρωσης όλων των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων σε ένα κοινό μέτωπο που θα διασφαλίσει την παραμονή της χώρας στο ευρώ.
Και είναι αλήθεια ότι η συνεργασία αυτών των δυνάμεων είναι απαραίτητη για να ξεπεράσουμε την κρίση. Αυτό, άλλωστε, μαρτυρά και η συγκρότηση της κυβέρνησης με την υποστήριξη των τριών κομμάτων, που βέβαια έχουν ριζικά διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.
Σημαίνει, όμως, αυτό ότι έχουν καταργηθεί οι ιδεολογικές διαφορές; Οτι η διάκριση Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς έχει χάσει το νόημά της; Οτι θα πρέπει να αποδεχθούμε την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού σκηνικού όπως το ζήσαμε στη Μεταπολίτευση;
Αυτό στην πραγματικότητα επιχειρεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Πίσω από τον παραπλανητικό αφορισμό για δήθεν ενιαία «νεοφιλελεύθερη» πολιτική αλλά και την ομαδοποίηση των «μνημονιακών» δυνάμεων, θέλει να διεκδικήσει για τον εαυτό του την εκπροσώπηση της «μεγάλης δημοκρα­τικής παράταξης της Αριστεράς». Το ότι -για την ώρα;- σύρεται πίσω από το Αριστερό Ρεύμα δεν ακυρώνει αυτό τον στρατηγικό στόχο.
Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να αποστασιοποιηθούμε λίγο από τις τρέχουσες εξελίξεις και να αναλογιστούμε τι στην πραγματικότητα διακυβεύεται αυτήν τη στιγμή για το μέλλον της Ελλάδας.
Κατ' αρχάς, βέβαια, η ίδια η παραμονή στην Ευρώπη. Οποιος ρίξει μια ματιά έστω στη διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να καταλάβει σε τι είδους περιπέτεια επιδιώκει να παρασύρει τη χώρα η ηγεσία του, που ιδεολογικά μοιάζει να έχει παραμείνει στην προϊστορία του κομμουνιστικού κινήματος.
Η παραμονή στην Ευρώπη, ωστόσο, όπως άλλωστε και η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτουν ένα βαθύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Ο άμεσος στόχος είναι να περιοριστούν τα ελλείμματα. Στην πραγματικό­τητα, όμως, πρόκειται για ένα πολύ ευρύτερο πρόγραμμα παρεμβάσεων που θα αλλάξουν τη χώρα. Από το πώς θα τις πραγματοποιήσουμε θα εξαρτηθεί το μέλλον των παιδιών μας.
Η τρόικα ζήτησε, για παράδειγμα, να περιοριστούν τα ελλείμματα στην παιδεία με τις συνενώσεις σχολείων και τον περιορισμό των μισθών. Δεν μας λέει κουβέντα, όμως, για το πώς η παιδεία μας θα ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών.
Δεν λέει κουβέντα για το πώς θα τελειώσουμε με το σκάνδαλο των φροντιστηρίων, για το πώς τα πανεπιστήμιά μας θα γίνουν κέντρα αριστείας, για το πώς θα ξεφύγουν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό ενός κομματικού και συντεχνιακού συνδικαλισμού που τα έχει φέρει στα πρόθυρα της διάλυσης.
Το πώς θα το πετύχουμε είναι αποκλειστικά δικό μας θέμα. Και, βέβαια, προϋποθέτει σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες, δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που θα πρέπει να πάρουμε ως κοινωνία.
Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για την υγεία, που παραμένει βραχυκυκλωμένη ανάμεσα στο φακε­λάκι, στις φαρμακευτικές εταιρείες και στα ιδιω­τικά διαγνωστικά κέντρα. Οπως ασφαλώς ισχύει και για όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.
Οσο για την οικονομία, οι μειώσεις στους μισθούς δεν είναι παρά ένα μέτρο - sos για το διάστημα που βρισκόμαστε στην εντατική. Στόχος δεν μπορεί να είναι παρά η άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Κι αυτό δεν θα γίνει αν δεν δημιουργηθούν συνθήκες ίσων ευκαιριών, αν δεν χτυπηθούν η γραφειοκρατία και η διαφθορά, αν δεν σπάσουν τα κυκλώματα που προστατεύ­ουν και αναπαράγουν κάθε είδους διαπλοκή.
Και, βέβαια, υπάρχει πάντοτε το ζήτημα ποια Ευρώπη θέλουμε. Από τη μια πλευρά είναι οι συντηρητικές δυνάμεις της δογματικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι οποίες στοιχίζονται πίσω από την κ. Μέρκελ, και από την άλλη η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία που βάζει ως πρώτο στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας.
Δεν ανακαλύπτουμε την Αμερική. Για την ακρίβεια στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες οι αλλαγές αυτές έχουν ήδη γίνει. Οχι, όμως, από τον αυτόματο πιλότο, αλλά μέσα από συγκρού­σεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Κι άλλες φορές έχουν δοθεί λύσεις προοδευτικές που προωθούν την ισότητα και την κοινωνική συμμετοχή, άλλες όχι.
Θα ήταν αφέλεια να πιστέψουμε ότι μπορούμε να σταματήσουμε την Ιστορία. Και θα ήταν λάθος για την Κεντροαριστερά να παραιτηθεί των ευθυνών της, παραιτούμενη από την οργανωτική της αυτοτέλεια. Γιατί, βέβαια, η πολιτική δεν είναι υπόθεση απλώς ικανών προσώπων που ψάχνουν να κάνουν την καλύτερη μεταγραφή. Είναι εξίσου υπόθεση συλλογικών διαδικασιών με κοινωνικές αναφορές.
Είναι αλήθεια ότι ο χώρος της Κεντροα­ριστεράς σήμερα κουβαλά πολλές αμαρτίες από το παρελθόν. Και θα ήταν αδιανόητο να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτα. Τα πρόσωπα που αποτελούν την ηγεσία της είναι βαρύτατα τραυματισμένα και η αξιοπιστία της παράταξης βρίσκεται στο ναδίρ.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπάρχει έντονος προβληματισμός και κινητικότητα μεταξύ ενός μεγάλου μέρους των πολιτών που απορρίπτουν τόσο την παραδοσιακή Αριστερά όσο και τη νεόκοπη Κεντροδεξιά - που, βέβαια, ακόμα δεν την είδαμε και Κεντροδεξιά τη βαφτίσαμε.
Μπορούν αυτοί οι πολίτες να αποτελέσουν τη μαγιά μιας αναγεννητικής προσπάθειας; Πολλά θα εξαρτηθούν από τις πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν μέσα στους επόμενους μήνες. Η προϊστορία δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Συνήθως οι καλύτερες των προθέσεων χάνονται μεταξύ των δυνάμεων της αδράνειας και αντικρουόμενων προσωπικών φιλοδοξιών.
Από την άλλη πλευρά είναι σαφές ότι έχει προκύψει ένα μεγάλο πολιτικό κενό. Ηδη έχουν εμφανιστεί επίδοξοι μνηστήρες. Θα υπάρξουν κι άλλοι. Ο Οδυσσέας ακόμα αναζητείται!

ΕΘΝΟΣ 12/11/12

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012




ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ



Πολύ μεγάλη ζημιά έκανε στον ΣΥΡΙΖΑ ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και δεν το κατάλαβε ακόμα. Οχι τόσο πολιτικά -είναι υπόθεση λίγων εβδομάδων να ξεχαστεί η γκάφα-, αλλά γιατί βοήθησε να βγει λίγο στον αφρό όλο αυτό το ιδεολογικό νεφέλωμα που κυριαρχεί στο κόμμα του.
Στην αρχή βέβαια οι αντιδράσεις ακολούθησαν την πεπατημένη: για όλα φταίνε οι άλλοι. Ο εκπρόσωπος του κόμματος μίλησε για «ελαφρές» και «αστείες» κριτικές που γίνονται στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ στην «Αυγή» πήγαν ένα βήμα παραπέρα μιλώντας για «χαλκείς της ενημέρωσης», θυμίζοντάς μας φρασεολογίες άλλων εποχών. Η προσέγγιση αυτή βέβαια δεν περπάτησε πολύ, γιατί πρώτοι οι συριζαίοι είχαν αδειάσει τον Παναγιώτη. Αλλος μιλώντας για «αυτογκόλ» και «πεπονόφλουδα» που πάτησε ο κοινοβουλευτικός τους εκπρόσωπος, άλλος πάλι επισημαίνοντας ότι με όσα είπε «δεν απηχεί τις απόψεις μας».
Την καλύτερη συμβουλή πάντως την έδωσε ο νέος θεωρητικός της Αριστεράς, Αλέξης Μητρόπουλος, τσιτάροντας τον Εκο: «Θα απαντάς, του είπε, ό,τι ξέρεις, όχι ό,τι σε ρωτάνε!». Με άλλα λόγια, θα μαθαίνουμε ό,τι θέλουν αυτοί, όχι ό,τι ρωτάμε εμείς. Ωραίο ακούγεται.
Κατόπιν αυτών, ο κ. Τσίπρας έκανε μια δήλωση του στυλ «είμαστε πανέτοιμοι» και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Ανέλαβαν όμως να το συνεχίσουν κάποιοι άλλοι θεωρητικοί, που θέλησαν να εξηγήσουν στους «ψυχωσικά αρχομανείς» ότι άλλο η αστική και άλλο η αριστερή διακυβέρνηση. Οπως έγραψαν στην «Αυγή», αν εννοούν να κατεδαφίσουμε το κράτος πρόνοιας και τα εργασιακά δικαιώματα, «από τέτοια ετοιμότητα χορτάσαμε».
Για ποια κυβερνησιμότητα μιλάμε λοιπόν; Οπως μας εξηγεί έτερος αρθρογράφος, αντίσταση -προφανώς στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη λογική- «είναι η απεξάρτηση από την οικονομία της λογιστικής και η επανεισαγωγή μιας πολιτισμικής οικονομίας. Παράγω αυτό που χρειάζεται ο πολίτης, αυτό που εξαρθρώνει τον παραπειστικό τοκογλυφικό οικονομισμό».
Και πιο κάτω: «Η νέα αντίληψη με την οποία πρέπει να διεκδικήσει την κυβερνητική ευθύνη δεν θα τέρπει την ηδονοθηρία, που αποτέλεσε το βασικό ιδεολογικό όχημα για το κάψιμο της χώρας (?), αλλά θα ξανασυστήσει τον κόπο και την αποφασιστικότητα». Καταλάβατε; Αν όχι, ίσως να ανατρέξετε στη διακήρυξη που έδωσε στη δημοσιότητα ο ΣΥΡΙΖΑ την Κυριακή και όπου μας εξηγούν ότι στόχος του κόμματος είναι η «οικονομία των αναγκών» που θα αντιστρατεύεται την «οικονομία του κέρδους».
Η ορολογία μοιάζει αθώα και αρκούντως κουλτουριάρικη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια επιστροφή στη σοβιετική ιδεολογία προ Γκορμπατσόφ. Η οποία φυσικά δεν απάντησε ποτέ στο ποιος θα καθορίζει τις ανάγκες των πολιτών και με ποια κίνητρα το οικονομικό σύστημα θα ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες.
Ο καπιταλισμός έχει την αγορά και το κέρδος. Στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού δοκιμάστηκαν διάφορα διοικητικά ή αυτοδιοικητικά σχήματα με τα ίδια πάντοτε τραγελαφικά αποτελέσματα. Εδιναν πριμ για την παραγωγή πολυελαίων με βάση τους τόνους σιδήρου που χρησιμοποιούσαν τα εργοστάσια και έφτιαχναν φωτιστικά που από το βάρος γκρέμιζαν το ταβάνι!
Αντί για την «πολιτισμική οικονομία», οι πολίτες θεοποίησαν τον άπιαστο γι' αυτούς καταναλωτισμό και σήμερα όσα σοσιαλιστικά καθεστώτα απέμειναν προσπαθούν να επιβιώσουν υιοθετώντας την αγορά.
Κινδυνεύουμε να υποστούμε εμείς στον 21ο αιώνα ένα τέτοιο ιστορικό πισωγύρισμα; Δύσκολα μπορεί κανείς να το πιστέψει. Είναι όμως ενδεικτικό της κρίσης του πολιτικού μας συστήματος το ότι με τέτοιες απόψεις κάποιοι φιλοδοξούν να γίνουν οι λαθρεπιβάτες της Κεντροαριστεράς.

ΕΘΝΟΣ 9/11/12


ΤΙΜΗΤΕΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ


Ανακούφιση ή απελπισία ανάλογα με την πολιτική θέση του καθενός. Η Βουλή ενέκρινε τα μέτρα. Πέρασε κι αυτός ο σκόπελος. Ολοταχώς για τον επόμενο. Γιατί, μην κρυβόμαστε, οι εκκρεμότητες δεν τελείωσαν. Και θα χρειαστούν ακόμα πολλά ωσότου μπούμε σε πορεία ανάκαμψης.
Τα προβλήματα γνωστά. Ολες οι προβλέψεις έχουν πέσει έξω, το χρέος θεωρείται μη βιώσιμο, οι εκτιμήσεις για τους μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι υπεραισιόδοξοι. Κάποια στιγμή λοιπόν, ασφαλώς μετά τις γερμανικές εκλογές, θα επιδιωχθεί μια «οριστική» λύση με νέες διευθετήσεις στο χρέος.
Είναι έτσι τα πράγματα; Πιθανώς, αν και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Το σίγουρο είναι ότι έχει αρχίσει και πάλι ένας καταιγισμός με αριθμούς, που τελικά μόνο σύγχυση προκαλούν.
Οπως για παράδειγμα οι εκτιμήσεις για το χρέος. Το οποίο μετά το κούρεμα, αντί να μειώνεται, αυξάνει ως ποσοστό του ΑΕΠ. Θα φτάσει το 192% το 2014 και βέβαια δεν προβλέπεται να μειωθεί στο 120% το 2020, ποσοστό που θεωρείται βιώσιμο κατά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οπερ έδει δείξαι. Η συνταγή είναι λάθος, έπρεπε από την αρχή να την έχουμε αρνηθεί και να αρνηθούμε να πληρώσουμε. Σωστά; Δυστυχώς όχι. Γιατί σε αυτή την κατάσταση έχουμε φτάσει χωρίς να έχουμε αποπληρώσει ούτε ένα ευρώ από το χρέος.
Οι προβλέψεις έχουν πέσει έξω για έναν και μόνο λόγο: η ύφεση είναι πολύ μεγαλύτερη από όση είχε προβλεφθεί. Αυτό σημαίνει ότι μειώνεται το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και γι' αυτόν τον λόγο το χρέος ως ποσοστό επί του ΑΕΠ εμφανίζεται αυξημένο.
Μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Ασφαλώς, αλλά θα ήταν πολύ χειρότερα. Για να πάρουμε μια εικόνα, την τελευταία τριετία έχουμε πάρει μέτρα 49 δισεκατομμυρίων ευρώ για να μειώσουμε το έλλειμμα μόλις κατά 23,2 δισεκατομμύρια. Κι ακόμα έχουμε πρωτογενές έλλειμμα κοντά στα 2 δισεκατομμύρια - τόσα δηλαδή είναι τα λεφτά που μας λείπουν για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις.
Ο λόγος φυσικά αυτής της ψαλίδας είναι ότι τα μέτρα φέρνουν ύφεση και άρα μείωση των εσόδων, με αποτέλεσμα να χρειάζονται ακόμα περισσότερες περικοπές για να μειωθεί το έλλειμμα.
Μπορεί όμως να διανοηθεί κανείς τι θα είχε συμβεί αν τα μέτρα αυτά έπρεπε να τα πάρουμε μια κι έξω, το 2010; Τότε που διάφοροι πολιτικοί και ορισμένοι σοβαροί, υποτίθεται, οικονομολόγοι μάς έλεγαν να πούμε όχι στην κοινοτική βοήθεια και να ζήσουμε με αυτά που έχουμε!
Μια τόσο απότομη λιτότητα, πάνω από 49 δισ. σε έναν χρόνο, δεν θα είχε προκαλέσει ύφεση -έστω και την ίδια με αυτήν που ζούμε την τελευταία πενταετία-, αλλά κυριολεκτικό κραχ. Ωσπου να επανέλθουμε σε ισορροπία θα περνούσαμε συνθήκες κανονικού εμφυλίου και η καταστροφή της παραγωγικής βάσης θα ήταν ανυπολόγιστη. Κι όμως αυτοί που εισηγούνταν αυτή την πολιτική παριστάνουν σήμερα τους τιμητές. Φυσικά εκ του ασφαλούς.
Μετά την ψήφιση των μέτρων ο κίνδυνος αυτός απομακρύνεται. Δεν έχει περάσει όμως. Η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει. Και σχεδόν καθημερινά αποδεικνύουμε ότι ελάχιστα έχουμε συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Οποιος έχει αμφιβολία, αρκεί να αναζητήσει το βίντεο από την παρωδία συζήτησης χθες στη Βουλή, την κενότητα των επιχειρημάτων και την αδυναμία ή την άρνηση να επεξεργαστούμε ένα εθνικό σχέδιο για να βγούμε από την κρίση.

ΕΘΝΟΣ 7/11/12



ΟΥΤΕ ΓΑΤΑ ΟΥΤΕ ΖΗΜΙΑ



Εστω και δύσκολα, τα μέτρα αναμένεται να ψηφιστούν. Η ΔΗΜΑΡ θα δηλώσει «παρών», την Κυριακή όμως θα ψηφίσει τον προϋπολογισμό που ουσιαστικά αποτελεί την υλοποίησή τους. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει κανονικά με την υποστήριξη και των τριών κομμάτων. Ούτε γάτα ούτε ζημιά λοιπόν; Ασφαλώς όχι. Η κυβέρνηση βγαίνει πληγωμένη από την ψηφοφορία. Και στέλνει λάθος μηνύματα τόσο προς τους πολίτες όσο και προς την Ευρώπη.
Υποτίθεται ότι ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και ο εκμηδενισμός του κινδύνου εξόδου από το ευρώ. Oχι μόνο για να αρχίσουν να γίνονται επενδύσεις και να προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και για να μπορέσουμε κάποτε να βγούμε στις αγορές για δανεικά ώστε να σταματήσει η εξάρτησή μας από την τρόικα.
Και τι καταφέραμε; Να δείξουμε ότι ο ένας από τους τρεις εταίρους -απαραίτητος για τη διατήρηση μιας ελάχιστης κοινωνικής πλειοψηφίας- ήταν διατεθειμένος να ρίξει την κυβέρνηση παρά να ψηφίσει την κατάργηση του επιδόματος γάμου.
Το τι θα συνέβαινε -ή και το τι, θεωρητικά, ακόμα μπορεί να συμβεί- αν οι διαρροές από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ήταν μεγαλύτερες, ούτε να το σκεφτόμαστε. Τρίτη εκλογική αναμέτρηση και πιθανότατα αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης - η τέλεια αυτοκτονία μιας χώρας.
Και τώρα ωστόσο η πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης είναι βέβαιο ότι θα μετρήσει αρνητικά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και μπορεί π.χ. για τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες αυτό να είναι επιχείρημα για πιο ενεργή στήριξη του κ. Σαμαρά και για χαλαρότερα μέτρα.
Για τον κ. Σόιμπλε ωστόσο να είμαστε βέβαιοι ότι θα μεταφραστεί ως ανάγκη για πιο σκληρούς όρους ώστε να διασφαλιστεί η επιστροφή των χρημάτων τους. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα θελήσουν να κάνουν καψώνι στον κ. Κουβέλη και δεν θα του ζητήσουν να συνυπογράψει το νέο οικονομικό πρόγραμμα.
Ακόμα χειρότερο ωστόσο είναι το μήνυμα που στέλνει η κυβέρνηση στους πολίτες. Γιατί για μία ακόμα φορά μπαίνει σε πρώτο πλάνο η «επαναδιαπραγμάτευση», λες και πρόκειται να αλλάξει κάτι για τον ελληνικό λαό ή για την οικονομία, αν τροποποιηθεί ο ένας ή ο άλλος όρος του Μνημονίου.
Ο Φ. Κουβέλης αλλά δευτερευόντως και οι δύο άλλοι αρχηγοί μοιάζει να μην καταλαβαίνουν ότι αυτό που προέχει είναι η επεξεργασία και η υλοποίηση ενός δικού μας προγράμματος για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Οτι αν θέλουμε κάποια στιγμή να πάψουμε να δίνουμε την εντύπωση χώρας με περιορισμένη κυριαρχία, θα πρέπει να αποφασίσουμε εμείς τι πραγματικά θέλουμε. Οχι μόνο για τη βοήθεια των Ευρωπαίων αλλά και για την οικονομία και την περίφημη παραγωγική ανασυγκρότηση που όλοι την πρεσβεύουν στα λόγια.
Και βέβαια αυτά να εξηγηθούν και στους πολίτες, όπου η κυβέρνηση κινδυνεύει να ηττηθεί κατά κράτος, καθώς έχει επικρατήσει η εντύπωση πως όλα είναι υπόθεση ενός απροσδιόριστου ελληνικού τσαμπουκά σαν αυτόν που παρακολουθούμε κατά κόρον από τα τηλεοπτικά παράθυρα.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στα στελέχη της ΔΗΜΑΡ θα επικρατεί ικανοποίηση για τη στάση της στα εργασιακά. Και ασφαλώς ο κ. Κουβέλης θα πιστεύει ότι υπερασπίστηκε την τιμή του κόμματος και τη θέση του στον σοσιαλιστικό παράδεισο.
Δεν είμαι βέβαιος αν συνειδητοποιεί πόσο κοντά στην κόλαση βρέθηκε η χώρα...

ΕΘΝΟΣ 6/11/12


ΕΝΑΣ ΟΜΠΑΜΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΣΩΖΕΙ



Το 1996, διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας του κυβέρνησης στη Βουλή, ο Κ. Σημίτης είχε αφιερώσει σχεδόν ολόκληρο το κεφάλαιο για την εξωτερική πολιτική στην Ευρώπη και δεν είχε κάνει την παραμικρή αναφορά στις ΗΠΑ. Λίγα 24ωρα αργότερα ξέσπασε η κρίση στα Ιμια και ο Ελληνας πρωθυπουργός ευχαρίστησε δημόσια τις ΗΠΑ για τη μεσολάβησή τους που απέτρεψε ένα θερμό επεισόδιο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Πρωταγωνιστής ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών του Κλίντον, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο οποίος με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα έως τις πρώτες πρωινές ώρες κατάφερε να υιοθετήσουν οι δύο πλευρές μια συμβιβαστική λύση. Την ίδια ώρα, οι Ευρωπαίοι υπουργοί των Εξωτερικών κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου. Για την ελληνική κυβέρνηση ήταν ασφαλώς μια απότομη προσγείωση στη διεθνοπολιτική πραγματικότητα.
Σχεδόν δεκαεπτά χρόνια μετά, μια τέτοιου είδους αμερικανική πρωτοβουλία μοιάζει εξαιρετικά απίθανη, αν όχι αδιανόητη. Οι ΗΠΑ έχουν απομακρυνθεί από την Ευρώπη, καθώς η εξωτερική τους πολιτική προσδιορίζεται από άλλες προτεραιότητες.
Η Κίνα, που είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής της, αλλά και ο ισχυρότερος εμπορικός ανταγωνιστής της, και φυσικά ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας με ό,τι αυτός συνεπάγεται για τη Μέση Ανατολή, το πυρηνικό Ιράν, το Ιράκ και το Αφγανιστάν απορροφούν την προσοχή του Αμερικανού προέδρου. Κι αυτό θα συνεχίσει να ισχύει και μετά την αυριανή εκλογή ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει - ο αγαπημένος του Πάρτι του Τσαγιού, Μιτ Ρόμνεϊ, ή ο αγαπημένος (και) των Ευρωπαίων, Μπαράκ Ομπάμα.
Δυστυχώς, το κενό που δημιουργεί η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ δεν το κάλυψε η Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει κατά κύριο λόγο μια Οικονομική Ενωση, κι αυτή ανεπαρκής, όπως αποκάλυψε η κρίση του χρέους, και χωρίς τις απαραίτητες θεσμικές προϋποθέσεις για να είναι αποτελεσματική.
Στην εξωτερική πολιτική η Ευρώπη παραμένει νάνος επιμένοντας να εκχωρεί σε μια απρόθυμη πλέον Αμερική κρίσιμα θέματα όπως είναι η ασφάλειά της. Οσο για τη ρήση που και αυτή αποδίδεται στον Κίσινγκερ -δεν ξέρω σε ποιον να τηλεφωνήσω αν θέλω να καλέσω την Ευρώπη-, παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ.
Αυτά δε σε μια περίοδο μεγάλων προκλήσεων και αβεβαιότητας. Τόσο στον Νότο με την Αραβική Ανοιξη, την άνοδο των ισλαμιστών και τον εμφύλιο στη Συρία, όσο και στον Βορρά με τις πιέσεις από την πλευρά της Ρωσίας και τα ανοικτά ζητήματα της ενεργειακής ασφάλειας.
Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ενωση, είναι φυσικά πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Ο κίνδυνος να βγει εκτός ελέγχου η κρίση στην Ευρωζώνη παραμένει. Οσο για τις προσπάθειες για την επιτάχυνση της ενοποίησης, έχουν να αντιμετωπίσουν τις φυγόκεντρες δυνάμεις που πυροδοτεί η κρίση, κυρίως από την άκρα Δεξιά αλλά και από ορισμένες ακραίες αριστερές φωνές.
Την αβεβαιότητα αυτήν ορισμένοι στην Ελλάδα την αντιμετωπίζουν περίπου σαν ευκαιρία. Κατά τη λογική τους η γεωστρατηγική σημασία της χώρας ανεβαίνει και, κατά συνέπεια, η Ευρώπη αλλά και οι ΗΠΑ μάς έχουν όλο και πιο πολύ ανάγκη. Μπορεί και να είναι έτσι. Με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι θα συνειδητοποιούμε και εμείς ότι όσο περισσότεροι είναι οι βαθμοί της αβεβαιότητας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι κίνδυνοι και τόσο περισσότερο ανεύθυνοι οι πειραματισμοί.
Αλλωστε, ξέρουμε πολύ καλά πόσο ακριβά πληρώσαμε στην Κύπρο μια προηγούμενη περίοδο αβεβαιότητας, όταν το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ είχε παραλύσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ!

ΕΘΝΟΣ 5/11/12

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012



ΜΙΚΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΨΕΜΑΤΑ



Η σκηνή θα μπορούσε να είχε βγει και από ελληνική ταινία. Ο Αδωνις Γεωργιά­δης, με το γνωστό του πάθος, τον πίεζε να απαντήσει «με ένα ναι ή ένα όχι» αν θέλουν τα 31,5 δισ. Και ο Γιάννης Μπαλάφας του ΣΥΡΙΖΑ να εξανίσταται: «Σταμάτα να με διακόπτεις, θα απαντήσω όπως θέλω εγώ». Τελικώς, όμως, δεν απάντησε.
Δεν είναι ο μόνος. Σε όλες τις τελευταίες τους εμφανίσεις τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ υπογραμμίζουν ότι προέχει να μην περάσουν τα μέτρα, αλλά όλως περιέργως είναι ελάχιστα διαφωτιστικοί για το αν θέλουν ή όχι τα λεφτά του δεύτερου Μνημονίου.
Προφανώς, όχι τυχαία. Αν απαντήσουν θετικά, τότε θα πρέπει να εξηγήσουν πάνω σε ποια βάση θα μπορέσουν να συμφωνήσουν με την τρόικα. Θα πιάσει ο Αλέξης Τσίπρας την Ανγκελα Μέρκελ από τον λαιμό και θα της πει «δώσε μας τα λεφτά αλλιώς φεύγουμε»; Θα κάνει συμμαχία με τον Ολαντρέου; Ή μας το κρατάνε κρυφό, γιατί όπως είπε ο κ. Τσίπρας σε συνέντευξή του στην πολιτική κάποια πράγματα γίνονται και δεν λέγονται και κάποια άλλα λέγονται αλλά δεν γίνονται; Τόση διαφάνεια;
Αν πάλι πούνε ότι δεν θέλουν τα λεφτά, τότε βέβαια θα πρέπει να εξηγήσουν πώς θα προχωρήσουν στην ενίσχυση των τραπεζών. Γιατί όπως εξήγησε πρόσφατα σε τηλεοπτική συζήτηση ο κ. Στρατούλης, η επανακεφαλαιοποίησή τους είναι ένας από τους τέσσερις πυλώνες για την ανάκαμψη της οικονομίας. Κι ως γνωστόν η απλή «κοινωνικοποίησή» τους δεν φέρνει κεφάλαια.
Πρόκειται για μια αντίφαση που την κατανοούν πολύ καλά στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έχουν, όμως, την παραμικρή διάθεση να την αντιμετωπίσουν, καθώς γνωρίζουν ότι θα πυροδοτήσει ξανά την αντιπαράθεση ευρωπαϊστών και μη στο εσωτερικό του.
Ο δεύτερος πυλώνας για την ανάκαμψη της οικονομίας, όπως εξήγησε ο κ. Στρατούλης, είναι η φοροδιαφυγή. Για την οποία ασφαλώς όλοι συμφωνούν, σε συνθήκες ύφεσης ωστόσο τα ποσά που θα προκύψουν από τους πρόσθετους φόρους δεν είναι βέβαιο ότι θα επαρκούν. Αλλωστε, ουσιαστικά, η μόνη καινούργια ιδέα που φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής είναι η πολιτική βούληση.
Ο τρίτος πυλώνας είναι η αύξηση των μισθών. Η οποία ωστόσο, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, θα αυξήσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού και, βέβαια, θα αυξήσει και το έλλειμμα από τις εισαγωγές. Προϋποθέτει δηλαδή αύξηση του δανεισμού.
Ο τέταρτος πυλώνας, τέλος, -και η πιο «ριζοσπαστική» πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ- είναι η κατάργηση του Μνημονίου και η άρνησή μας να συνεχίσουμε να πληρώνουμε το εξωτερικό μας χρέος. Γεγονός που θα πυροδοτήσει βέβαια και τυπικά τη χρεοκοπία της χώρας.
Ακόμα και αν θεωρήσουμε -για την οικονομία της συζήτησης και μόνο- ότι αυτό δεν θα οδηγήσει σε «τραπεζικό πανικό», η άρνησή μας να πληρώνουμε το χρέος θα μας στερήσει πλήρως κάθε δυνατότητα δανεισμού από το εξωτερικό.
Να, λοιπόν, άλλη μια ωραία αντίφαση. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ προϋποθέτει μεγαλύτερο δανεισμό -για μισθούς και εισαγωγές- την ίδια στιγμή που το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής θα είναι να κοπεί τελείως ο εξωτερικός δανεισμός.
Οσο για επενδύσεις, ούτε συζήτηση. Σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας στον ιδιωτικό τομέα θα έχουμε απλώς επιτάχυνση των πτωχεύσεων. Το Δημόσιο πάλι από τη στιγμή που δεν θα μπορεί να δανειστεί, μόνο περιορίζοντας την κατανάλωση -περιορίζοντας τους μισθούς και τις συντάξεις δηλαδή- θα μπορεί να βρει πόρους.
Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, πολλοί ακόμα και στον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν ότι η μόνη οδός διαφυγής θα είναι τότε η επιστροφή στη δραχμή.
Καθώς διεκδικεί τον σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης, θα περίμενε κανείς ότι τα ζητήματα αυτά θα ήταν ψηλά στην ατζέντα του εσωτερικού διαλόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Αντ' αυτού, άκρα του τάφου σιωπή. Και πάλι όχι τυχαία βέβαια.
Γνωρίζουν ότι αν ποτέ ανοίξουν στα σοβαρά αυτά τα ζητήματα, ρισκάρουν ακόμα και διάσπαση. Εχουν επιλέξει, λοιπόν, απόλυτα συνειδητά την τακτική του ώριμου φρούτου αλλά και της δομικής αντιπολίτευσης - για να θυμηθούμε έναν όρο από το παλαιό ΠΑΣΟΚ. Ναι σε όλους και σε όλα και αξιοποίηση κάθε συντεχνιακής αντιπαράθεσης, για να μπλοκάρουν κάθε αλλαγή.
Το πρώτο διάστημα μετά τις εκλογές είχαν υπάρξει σημάδια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετακινείται σε πιο μετριοπαθείς θέσεις. Οχι, πια.
Το δειλό έστω άνοιγμα που πήγε να γίνει με δηλώσεις στελεχών του, αλλά και με κινήσεις του ίδιου του κ. Τσίπρα προκάλεσε από την πρώτη στιγμή έντονες εσωτερικές αντιδράσεις. Κι είναι φανερό ότι ο κ. Τσίπρας δεν αισθάνεται -ακόμα;- αρκετά δυνατός για να επιβάλει τη γραμμή του. Προτίμησε έτσι την αναδίπλωση. Κι ο καλύτερος τρόπος για να το κρύψει είναι η προσφυγή στη φραστική αδιαλλαξία.
Το μόνο πράγμα που λέει ο κ. Τσίπρας αυτή τη στιγμή είναι να μην περάσουν τα μέτρα. Και δείχνει έτοιμος να κάνει τα πάντα για να το πετύχει.
Υποσχέθηκε ουσιαστικά πολιτική στέγη σε όσους βουλευτές «ακούσουν τη συνείδησή τους», καλώντας τους στην πράξη να αποστατήσουν. Μπήκε σε διάλογο με το πιο παλιό ΠΑΣΟΚ στον συνδικαλισμό, επιδιώκοντας κινητοποιήσεις που θα παραλύσουν τον κρατικό μηχανισμό. Ακόμα και τις κινητοποιήσεις στη διάρκεια της 28ης Οκτωβρίου φάνηκε να ενθαρρύνει -χωρίς επιτυχία πάντως-,αγνοώντας τον κίνδυνο να τις εκμεταλλευτεί η Χρυσή Αυγή!
Και βέβαια να μη μιλήσουμε για τα πανεπιστήμια, που έχουν μπει σε έναν φαύλο κύκλο βίας, με αποκλειστική σχεδόν ευθύνη της Αριστεράς.
Πού θα οδηγήσει αυτή η στρατηγική δεν μπορεί κανείς να το προβλέψει. Το σίγουρο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή δεν έχει λύσεις για τα προβλήματα της χώρας. Σε στιγμές ειλικρίνειας το ομολογούν και οι ίδιοι - το είπε στη Βουλή ο κ. Λαφαζάνης. Κι η κυβέρνηση της Αριστεράς για την οποία ήταν έτοιμοι, όπως μας έλεγαν προεκλογικά, ήταν προφανώς το δικό τους «λεφτά υπάρχουν». Ενα μικρό αριστερό ψέμα!
Αν ανεβάζουν τα ντεσιμπέλ, είναι για να μην ακούμε τι πραγματικά λένε!

ΕΘΝΟΣ 4/11/12

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012


  ΤΣΟΡΤΣΙΛ, ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΑΡ



Oύτε τέσσερις μήνες δεν έχουν περάσει από τον σχηματισμό της και η κυβέρνηση συνεργασίας παραπαίει. Και όπως συνήθως συμβαίνει στην πολιτική, κινδυνεύει να καταρρεύσει όχι γιατί τους εταίρους τούς χωρίζουν μεγάλες διαφορές, αλλά για τα μικρά, ενίοτε και τα ταπεινά.
Ο γραμματέας του Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Τζοκ Κόλβιλ, στα απομνημονεύματά του, μεταφέρει τις εντυπώσεις του από τη συνάντηση του Αγγλου πρωθυπουργού με τους Ελληνες πολιτικούς αρχηγούς στην Αθήνα το 1944.
Νόμιζα ότι μεταφερθήκαμε σε έναν άλλο κόσμο, γράφει -και μεταφέρω το νόημα, όχι τα ακριβή λόγια- γεμάτο από λεβαντίνικες ίντριγκες και συνωμοσίες. Ο πόλεμος στην Ευρώπη συνεχιζόταν, αλλά αυτοί ήταν ανίκανοι να ξεπεράσουν τον στενό ορίζοντα του προσωπικού τους συμφέροντος, μπλεγμένοι σε έναν λαβύρινθο διαπραγματεύσεων χωρίς τέλος.
Δυστυχώς, την ίδια ακριβώς εντύπωση αποκομίζει σήμερα όποιος προσπαθήσει να καταλάβει τι ακριβώς χωρίζει τους κυβερνητικούς εταίρους. Αφορμή για τον τελευταίο γύρο των εχθροπραξιών η ανακοίνωση του πρωθυπουργού ότι οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα ολοκληρώθηκαν. Γιατί το έκανε; Γιατί μας αιφνιδίασε; Μήπως θέλει να πάμε σε εκλογές; Και πώς περιμένει να τον στηρίξουμε χωρίς να μας δώσει ένα αντάλλαγμα στα εργασιακά; Αυτές ήταν οι αντιδράσεις στελεχών της ΔΗΜΑΡ που, βέβαια, την ίδια στιγμή καταλαβαίνουν πολύ καλά το αδιέξοδο στο οποίο κινδυνεύουν να οδηγήσουν τη χώρα, αν φύγουν από την κυβέρνηση.
Ολα νόμιμα και δίκαια. Πώς μπορούν να συγκριθούν, όμως, με το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, την ύφεση δηλαδή και την εφιαλτική ανεργία; Και πόσο ακόμα θα καθυστερήσουμε με τις δικές μας παλινδρομήσεις την απελευθέρωση των 31,5 δισ., χωρίς τα οποία δεν θα υπάρχει η παραμικρή ελπίδα ανάκαμψης;
Αριστερή πολιτική σήμερα δεν είναι και δεν μπορεί να είναι να αναζητάς ένα φύλλο συκής. Ούτε να κρύβεσαι πίσω από μια προγραμματική συμφωνία, η οποία όλοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι στις σημερινές συνθήκες ήταν αδύνατον να υλοποιηθεί. Δυστυχώς, η ηγεσία της ανανεωτικής Αριστεράς μοιάζει ανίκανη να ξεπεράσει τα σύνδρομα της μεταπολίτευσης και αφήνει τη μικροπολιτική να ακυρώνει τις στρατηγικές επιλογές που υποτίθεται ότι η ίδια έχει κάνει. Παραδόξως, σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία ο πιο κρίσιμος και πιο σταθερός κρίκος για την επιβίωση της κυβέρνησης αναδεικνύεται ο κ. Eυ. Βενιζέλος.
Παραδόξως, γιατί πολιτικά ο ίδιος έχει πληγεί βαρύτατα από τη «λίστα Λαγκάρντ», αλλά και γιατί είναι αντιμέτωπος με μια Κοινοβουλευτική Ομάδα η οποία βρίσκεται προ πολλού σε βαθιά νευρική κρίση. Χωρίς σαφή στρατηγική, με συνεχείς παλινωδίες και αναδιπλώσεις, πιάνονται από τα μαλλιά τους για να διαφοροποιηθούν και να δώσουν ένα στίγμα που θα τους επιτρέψει να αντιμετωπίσουν τους ψηφοφόρους τους.
Κάπως έτσι μας προέκυψε και η Δωδώνη ως Ακρόπολη της Ηπείρου! Το προσωπικό εκλογικό συμφέρον, δηλαδή, υπεράνω της πολιτικής. Λες και όλοι αυτοί που σήμερα διαφοροποιούνται δεν ήξεραν ότι το ΠΑΣΟΚ είχε ψηφίσει ?κι οι πιο πολλοί είχαν ψηφίσει και οι ίδιοι- το δεύτερο Μνημόνιο που προέβλεπε ουσιαστικά όλα όσα σήμερα συζητάμε.
Πριν από 80 χρόνια ένας άλλος Βενιζέλος σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες ανέλαβε να φέρει σε πέρας τη συμφωνία της Λοζάνης, με την οποία η Ελλάδα ενταφίασε τη «μεγάλη ιδέα» και επέστρεψε εδάφη στην Τουρκία, ανοίγοντας τον δρόμο όμως για την ανασυγκρότηση της χώρας.
Τηρουμένων των αναλογιών, καλούμαστε σήμερα να προχωρήσουμε σε όμοια επώδυνες συμφωνίες. Οπως και τότε, έτσι και σήμερα αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον.

ΕΘΝΟΣ 2/11/12